που να γκρεμισει προσπαθει ωστε να δει πιο μεσα, πιο βαθια, πιο καθαρα,
το μόνο θησαυρό σου, την αληθεια,
ή ενας θλιμμενος ποιητης που πνίγεται σ'ενα σου δακρυ,
θαλασσες γραφει,
κι ονειρευεται οτι γελας -κι ας κλαις
κι ολα τα λογια μαζεμενα, ενα μονάχα χαδι να συνθεσουν στα μαλλια ανίκανα,
ο τσαρλι τσαπλιν την ημερα
ή ο ρωμαιος οταν το σουρουπο αγκαλιαζει το βλεμμα σου
θα'θελες να'μαι;
ενα σου "Θέλω" ισχυρο, κι ύστερα απ'το "αλλά", "δεν εχω";
ή ενα "Εχω", τεράστιο μα κατατροπωμένο;
τίποτα, ολα, και τιποτα.
μόνο να είμαι απέναντι στο είμαι σου,
και ενα νιώθω στο αισθάνομαι μπροστα.
με "και" δεμενα. οχι "ή"..
Σάββατο, Νοεμβρίου 7
Εικόνες λύπης και εικονες χαρας, Εικόνες αποχαιρετισμου και εικόνες αντάμωσης, Μικρές καλοκαιρινες μέρες και ατελείωτες νύχτες... περιμενοντας το φως της ημερας. Στιγμες που μπορουν να συνθεσουν μια ολόκληρη ζωή Σκηνες ανούσιες που θα μπορουσαν ομως να γινουν φωτογραφιες σε μια κορνιζα απο την απλοτητα της ομορφιάς τους.. Εικονες γαλήνιες και εικονες αγχους. Στιγμές που μπορουν να συνθέσουν μια ολοκληρη ζωή... Μια ολόκληρη ζωή...
ωχ.. χειμωνιαζει παλι.. σαν συννεφακι σου μιλαω, κι ακου που σου λεω, "ωχ.." αντε απο την αρχη. να ερχονται εκεινα τα μεγαλα μαυρα συννεφα με τις βροχες, και τα μικρα να κρυβονται και να μουσκευουν. να και οι τρικυμιες, να και οι φουσκοθαλλασιες, αμα βρω ηρεμη θαλασσα για να καθρεφτιστω, τρυπα μου τη συννεφένια μου μύτη. σου ειπα οτι την αγαπάω τη θαλασσα; την αγαπω μα τη φοβαμαι κιολας. τα κύματα της τ'αγρια τα αποφευγω, δεν καλμαρεται. οτι και να μου κανει ομως ερχεται παντα κι ημερευει το καλοκαιρι, και σαν γατουλαα κουρνιαζει και με αφηνει πανω της να ταξιδευω. τη χαιδεύω μια, και δυο, και γινεται καθρεφτης να κοιτάζομαι και καπου καπου μου χαμογελαει και μεσα της να βλεπω την ομορφιά του κόσμου. έλεγα για το χειμωνα ε; κι εφτασα να μιλαω παλι για τη θαλασσα.. ε, συννεφακι ειμαι, μη με παρεξηγεις, εχουν και τα συννεφακια τις αδυναμιες τους. κι εγω ειμαι μικρο, και στρογγυλο, κι εχω πολλες. κι αυτα που αγαπάω αλλα κι αυτά που με φοβιζουν. και που να ερθει κι ο γεναρης και να χιονισει.. εκει να δεις! τιναζομαι σαν σκύλος βρεγμενος, και μαζι με τις χιονονυφάδες, μου φευγουν τουφες συννεφένιες! και ξεπαγιαζωωωωω!!! ασε που το χιονι ειναι πιο ασπρο απο μενα και ζηλευω.. λιγο ε; αλλα ζηλευω. κι ο ηλιος; που κανει να φανει αιωνες; χειμωνας σου λεω! απαπα.. δυσκολο πραγμα.. μα πιο πολύ φοβαμαι ξερεις τι; αμα φυσαει. εχω διαβασει ενα βιβλιο για ολους τους αγερηδες. άλλος ο μπάτης, άλλος ο τραμουντάνας. άλλος ο λεβάντες, κι άλλος ο μαϊστρος. ομως δεν εμαθα να τους ξεχωριζω ετσι. ειναι πολλοί και με μπερδεύουν. εμαθα να ξερω μονο τι μου κάνουν. και κατα το τί παθαινω, τους φοβαμαι περισσοτερο ή λιγοτερο. θυμαμαι μια φορα που βρέθηκα μεσοπέλαγα, και μ'έπιασε στο δρομο ενας τρελλός αέρας! μια με χαιδευε και μια μου'δινε σφαλιαρες! μια με γαργαλούσε και γελούσα και μια με ανεβοκατέβαζε και τα'χανα! γιαυτό οι ανθρωποι που μένουν στα νησιά ειναι λιγάκι διαφορετικοι απο τους στεριανους. καθε τρεις και λίγο τους στριφογυριζει τα μυαλά αυτος ο αερας. πότε γελανε και ποτε τσατιζονται! απο τότε δεν αρμενισα ξανα στα ανοιχτά ουτε για πλάκα. αυτά ειναι για πιο μεγαλα συννεφα, πιο θαρραλεα. ειναι κι ενας ανεμος που μου αρεσει λιγο, οσο περιεργο κι αν ειναι αυτο. ειναι ο νοτιας, που μου φερνει μια αλμυρα στα χειλη, και μου θυμιζει το καλοκαιρι και την θαλασσα μου. δεν ειναι πολύ δυνατος και ειναι σταθερος, μπορω και παιρνω φόρα και πετάω μαζι του. με κανει και χαιρομαι και ταξιδευω. μονο που με μελαγχολουν οι αναμνήσεις απ'το καλοκαιρι. δεν κραταει πολύ ομως, ερχεται και φευγει. και είναι κρύος και ζεστός μαζι. οχι σαν τον βοριά που με παγώνει. κι αυτος φυσαει σταθερα, καμια φορα φυσαει και δυνατα και παρασέρνομαι, κι όλο κρατιεμαι απο κανενα αλλο συννεφακι που παρασέρνεται κι αυτο. μαζι παρασερνομαστε πιο ομορφα, οχι οτι μπορουμε να αντισταθουμε περισσοτερο αλλα καμια φορα εχει και πλάκα γιατι μετα προσπαθουμε να κολλησουμε τις τουφες που μας εφυγαν και τις μπερδευουμε με του αλλουνου. εκει που γινεται ομως το ελα να δεις ειναι με τον βαρδάρη.. βοριας απο τους λίγους, βοριας μοναδικός. κρυος και ατελείωτος, ολο σκαμπανεβάσματα και στροβιλίσματα! άμα πιασει και με βρει στη μεση τ'ουρανού, αυτό ηταν! κλεινω τα μάτια κι όπου με πάει παω! μα εχει ενα καλο και μόνο. με αφηνει πάντα εκει απ'οπου με πήρε. μονο μικροτερο, πάντα λιγοτερο. και καμια φορα λιγακι πικραμενο που τον παλευω μονο μου. ειναι πολύ δυσκολο να πιαστεις απο ενα αλλο συννεφακι οταν φυσαει βαρδαρης. μα οσα καταφεραν να κρατηθουν μαζι, πάντα οταν τελειωνει ο αερας τα βρισκει αγκαλιασμενα και με τις μισες τουφες του ενος πανω στο άλλο.. αντε να ξεδιαλέξεις μετα. δε γινεται.. κι ετσι ξεαγκαλιάζονται με τα κομματια του αλλου επανω τους, σαν δικα τους. ειναι μεγαλο πραγμα να στροβιλιζεσαι στον βαρδαρη μαζι με καποιο αλλο συννεφο, αγκαλια, γιατι μονο ετσι γινεται, σε προστατευει και το προστατευεις ταυτοχρονα. αν καταφερεις να πιαστεις πανω του βεβαια. και να σου πω ενα μυστικο; σσσσστ... μη το πεις πουθενα, αλλα εχει λιγο καιρο τωρα που κανω παρεα με μια συννεφουλα, αξιαγάπητη! μικρη και ολοστρογγυλη, πανεμορφη σου λεω! καθρεφτιστηκαμε μαζι στη θαλασσα το καλοκαιρι και κοιταχτηκαμε για μια στιγμη! ωραια ηταν.. μην περιμενεις ομως να σου πω περισσοτερα. σου ειπα, ειναι μυστικο! μην επιμενεις! καλα, μονο αυτο θα σου πω και τελος: φετος τον περιμενω λιγο διαφορετικα τον χειμωνα, καπως πιο ανυπομονα. γιατι τυχαινει να ειμαι συχνα κοντα στη συννεφουλα μου κι αμα φυσηξει νοτιας, μπορει να θυμηθουμε μαζι το καλοκαιρι. κι αμα φυσηξει βοριας μπορει και να πιαστουμε απ'το χερι! και αμα τυχει και πιασει κανενας ξαφνικος βαρδαρης, ευχομαι να'μαι διπλα της, μηπως και μου ανοιξει και την δικη της αγκαλια.. σσστ! ειπα πολλα! μη σου ξεφυγει λεξη! ειναι σου λεω μυστικο... ;)
Τετάρτη, Οκτωβρίου 14
Εχεις τυλιχτεί γυρω μου.
Εγινες ρούχο της διάφανης ψυχής μου,
για να σκεπάσεις το γυάλινο σώμα μου,
που μέσα του μόνο εσύ μπορείς να δείς,
τα νιώθω μου, τα θέλω μου, τα συναισθηματα μου.
Και έτσι να αγαλιάσεις την καρδιά μέσα στο σώμα μου,
Παντοτινα, Ερωτευμενη με τις σταλες της βροχης, ρομαντικος πολεμιστης σε θαλασσες λουλουδια και στην αβυσσο. Ελευθερα, Φυλακισμενη απ'τα πρεπει της ζωης, ονειροπόλος ταξιτζης, ναυαγισμένη μονη στον παραδεισο. Ηθελημμενα, και αθέλητα μαζι.
- Τα πάντα * Εμένα? - Πως θα μπορούσα όχι? * Μπορεις να με "νιώσεις"? - Αυτο προσπαθούσα να κάνω παντα. * Μπορείς να με πονέσεις? - Ποτέ μου δεν έκανα κάτι τετοιο, γιατι να το κάνω τώρα? * Κακία? Μου κρατάς? - θα ήθελα! Αν μπορούσα... * ...Με σκέπτεσαι; - Εχεις γίνει εμμονή στο μυαλό μου. * Δηλαδη με αγαπάς; - Λίγο άθελα μου. * Τότε γιατί δεν είσαι εδώ??? - Είμαι εδώ, μεσα σου. * Τι θα ήθελες απόψε; - Ο,τι θα μπορούσες να μου δωσεις. * Μπορεις να μου κρατησεις το χερι; - Όταν βρω την δύναμη. * Θα φύγεις? - Κάποτε... * Θα επιστρέψεις? - .....
να γευεσαι διχως να αισθανεσαι, δεν ειναι ψευτικο; να οσμιζεσαι χωρις να γευεσαι, δεν ειναι τυρρανικο; να αγγιζεις και να μην μυριζεις, δεν ειναι αφελές; να βλεπεις και να μην αγγιζεις, δεν ειναι ανοητο; να ακους χωρις να βλεπεις, δεν ειναι μισο; να σκεφτεσαι διχως να ακους, δεν ειναι λειψό; να αισθανεσαι μονο με τη σκεψη, τι ειναι; να ειναι ενα λειψο μισο ανοητο αφελες τυραννικο ψεμα; ...ή μηπως να'ναι η αγαπη;
Εχεις αναρωτηθει ποτε πως ειναι να "εκτίθεσαι"? Να εκ θετεις την εικόνα σου, τον εαυτο σου, την ψυχη σου και τα συναισθηματα σου. Να απογυμνώνεσαι απο κάθε συναίσθημα που βγαίνει προς τα έξω. Να ζωγραφίζεις στο πρόσωπο σου, όλα τα "νιωθω" της καθε στιγμης. Ετσι κάπως είναι η μορφη ενος ανθρωπου οταν αγγιζει. Βγάζει τα νιωθω του - άθελα του - στο προσωπο του. Αγγίζω - νιωθω - καθρεφτιζεται. Πολλές φορες στο ενδιάμεσο "νιώθω", αισθάνεσαι τοσα πολλα συναισθηματα που το μυαλο δεν προλαβαίνει να τα καταγραψει στο πρόσωπο. Και βρίσκει εναλλακτικη διαδρομη στην καρδιά. Εκείνη τη μοναδικη στιγμή η καρδιά χάνει ένα χτυπο πριν αρχισει να χτυπάει σαν τρελλή. Βάζω στοίχημα οτι αν είχα την δυνατότητα να έβλεπα το προσωπο σου όταν αγγιξες τον τοίχο μου θα διέκρινα όσα δεν θα είχες την φωνή να μου πεις. Και αν ακουμπουσα και τον σφυγμο σου, θα ενιωθα την μικρη εκεινη παυση πριν αρχισει να τρελαίνεται. Οπως έγινε στην παραλία οταν αντιλήφθηκα την παρουσια σου. Ή οταν καταλαθος σε ακουμπησα. Ή οταν αντιλήφθηκα οτι με κοιτας. Παγωσε το πρόσωπο μου και η καρδια μου εχασε ενα χτυπο...
δεν τρωω σταφυλια, δε μου αρεσουν πολύ. μονο μια φορα καθε χρονο, οταν βρισκομαι στο χωριο μου τετοια εποχη, ανεβαινω τις εξωτερικες παλιες σκαλες που οδηγουν στον πανω οροφο και στο μακρυ μακροστενο μπαλκονι που καλυπτει απο τρεις πλευρες περιμετρικα το σπιτι. ανεβαινοντας, στην ακρη και στην αρχη αριστερα απο τα σκαλοπατια, εχει τις ριζες της μια κληματαρια. τα καγκελα που στεκουν διπλα στα σκαλοπατια ειναι ενα πια με τον κορμο της, τα φυλλα της και τους καρπους της. ειναι αδυνατον να βαφουν, ή να ξεχωριστουν για να αλλαχτουν καποια στιγμη. για να ανεβεις στον πανω οροφο πρεπει να περασεις κατω, διπλα και σχεδον μεσα της. η κληματαρια στη συνεχεια σκαρφαλωνει, κρατιεται απο απιθανα φυσικα και μη σημεια και υπαρχει παντου. κρεμεται απο την σκεπη, σε ολο το μηκος του μπαλκονιου, σε ολες τις πλευρες του σπιτιου που υπαρχει μπαλκονι. απο την οροφη μεχρι τα καγκελα, δεν υπαρχει σημειο πανω απο πεντε τετραγωνικα εκατοστα που να μην περιεχει κατι απο αυτην. και ειναι κατι που συμβαινει μια φορα μονο στα μεσα φθινοπωρου οταν βρισκομαι εκει. με παρασερνει. ξεχναω γιατι πηγα εκει και ανεβαινω τα σκαλοπατια θαυμαζοντας την. αυτη την εποχη ακριβως ειναι γεματη καρπους. ωριμαζει οψιμα. τελευταια απο ολες. οταν ημουν μικρος στο χωριο και τρωγαμε σταφυλια, σημαινε οτι το καλοκαιρι τελειωσε. τωρα, χρονια αφοτου εχω φυγει απο εκεινο το σπιτι, λες και με πεθυμησε με τραβαει για να μου δειξει οτι και φετος ειναι εκει, μεγαλυτερη και πιο ομορφη ακομη. ανεβαινω στο μπαλκονι και ξεχνιεμαι, κοιταζω, τσιμπολογαω μια ρωγα απο εδω, μια απο εκει, τις καλυτερες που εχει να μου δωσει, χαζευω τα χρωματα -πρασινο εντονο, πρασινο χλωμο πιτσιλιασμενο, καφε απο τα ξεραμενα φυλλα και τα τσαμπια που εχουν ρουφηξει οι μελισσες και τα πουλια, και τα σχηματα του κορμου της, του περιεργου αυτου φιδισιου της κορμου που κουβαλαει το νερο για δεκαδες μετρα μεχρι να θρεψει και το τελευταιο της τσαμπι, αδιαμαρτυρητα, σιωπηλα, φυλακας του σπιτιου και των αναμνησεων μου, και το φως παντου αναμεσα της, θα'λεγα μεσα της.. ανεβαινω στο μπαλκονι και θαυμαζω την υπομονη της και το πεισμα της να καλυψει τα παντα. μετα ξαναθυμαμαι και παω να κατεβω αλλα με τραβαει, μου λεει μεινε λιγο ακομη, δες με ξανα μηπως και ειναι κατι που δεν ειδες, να, φαε λιγο απο δω.. καθε φθινοπωρο τα τελευταια χρονια, αυτο μου συμβαινει μια και μονο φορα. τις υπολοιπες φορες ειτε τη βλεπω γυμνη το χειμωνα και καφε, να κοιμαται, ειτε να πρασινιζει αυτο το διαφανο και νεογεννητο πρασινο, το καθαρο που εχουν τα φυτα οταν γεννιουνται και νιωθω οτι απλα περιμενουμε κι οι δυο να ερθει εκεινη η ωρα που ωριμη πια θα με τραβηξει απο το χερι για μια καινουρια μεγαλυτερη φορα. αυτη η κληματαρια ειναι μεγαλυτερη απο μενα σε ηλικια. πολύ μεγαλυτερη. ειναι συνδεδεμενη με το σπιτι αυτο σε τετοιο βαθμο, που το σπιτι χωρις αυτην ειναι ενα ξενο σπιτι. και το αντιθετο. δεν ξερω αν εχει κατι ακομη τοσο δυνατο αυτο το σπιτι που να με τραβαει εκει. καποια στιγμη με ονειρευομαι να ζω εκει, να διαμορφωνω την τεραστια αυλη του οπως θελω, απαλλαγμενη απο τους τονους παλιοσιδερα, τα τραχτερ και τα θλιβερα μηχανηματα που μονο ξερουν να μετρουν τον καιρο, και να γεμισω τον τοπο πρασινο, δεντρα ετοιμα γιατι δε θα χω το χρονο να τα περιμενω να μεγαλωσουν ως εκει που θελω, ψηλο και πρασινο φραχτη απο πυκνα αναρριχωμενα φυτα, κουνελια και γατες, μια μικρη λιμνουλα, και το μπαλκονι οπως και να χει, με τα ιδια ακριβως μισοσκουριασμενα καγκελα. για παντα. α! και μια μαυρη πορσε στο στεγαστρο που θα ειναι γεματο με λουλουδια. αυτο ειναι το μεγαλυτερο ονειρο μου. μαλλον και το μοναδικο. οριστε. παρε μια σταλια να το γευτεις αν θες. ελα, σ'αφηνω.. προσεχε ομως, γιατι εχει κατι μεγαλα κουκουτσια. και λιγο σκληρη φλουδα. ομως ειναι τα μονα σταφυλια που μου αρεσουν. ετσι. απο εκει. οπως τα βλεπεις. οχι τσαμπια κομμενα σ'ενα κασονακι.. :)
Βροχη. Δυνατη τόσο ώστε να σε κανει να τρεξεις να καλυφθεις. Μα γιατι τρεχουν οι ανθρωποι όταν βρεχει? Η βροχη είναι σαν αφεση αμαρτιων. Σαν εξαγνίαση της ψυχης. Σαν λευκό διορθωτικο που το περνας πανω από τα λαθη σου και τα ξεχνας. Βροχή. Ασταμάτητη τόσο ώστε να σε κανει να σταθεις μπροστα στο βρεγμένο τζαμι και να παρατηρησεις την υγρασια. Να αναπνευσεις βαθεια την μυρωδια της και ας εισαι μεσα. Να απορεις με την ενταση του συναισθηματος που σου δημιουργει και με τις αναμνησεις που σου φερνει. Τότε που καθοσουν… και τότε που εφτιαχνες…. και όταν… όλα ήταν αγαπη. Σε εκεινα τα μαγικες στιγμες που όλα είχαν τόσο αθωο νόημα, όσο και το βλέμμα σου κοιτωντας την να πέφτει μεσα στη θαλασσα. Βροχή Φθινοπωρινή και ας είναι ακομη τοσο νωρις. Τόσο νωρίς για πάθη και τοσο αργα για λαθη. Βροχή Παντοτινη τόσο όσο μια αγαπη χωρις μελλον που όμως κραταει για παντα. Αλήθεια τι σημαίνει για πάντα? Για όσο ζεις? Για όσο μπορείς?? Ή μήπως για οσο για όσο αντεχεις? Βροχή Μελαγχολική τόσο οσο, ώστε κοιτωντας την, να μπορεις να θυμασαι αυτην, την μυρωδιά της και την δύναμη της πάνω σου και μεσα σου. Τόσο ώστε να μπορεις να θυμασαι στιγμες, λόγια, βλέμματα. Τόσο ώστε να μπορεις να κλεισεις τα ματια και να την βλέπεις, να την μυριζεις, σχεδόν…να την αγγιζεις.
αντανακλούν. αυτο ξερουν καλα να κανουν. αντανακλουν. εξω τους, τα χρωματα. τις εικονες, τα προσωπα που τα κοιταζουν, χαμογελουν αν τους χαμογελουν και λυπουνται αν τα κοιταζουν λυπημενα. δε μιμούνται, αντανακλουν. παραμορφωνουν και συνοθλεύουν και την αλήθεια μόνο αντανακλούν. ετσι ξερουν να κανουν. εξω τους τα χρωματα και μεσα τους τις βοές του κοσμου. ειτε θα ακουσεις αν στησεις το αυτι σου να γελανε αν απο γελια περικλειονται, ειτε να σιωπουν αν στεναχωριες συνοδευουν. ισως ακουσεις την ευτυχια -ειναι πολλοι που δε γνωριζουν πως η ευτυχια εχει τον δικο της ηχο- αν τυχει να τα συναντησεις να κοιτουν μαζι με τους ερωτευμενους τον οριζοντα ή τα αστερια ή το φεγγαρι ενιοτε, οταν κι αυτο με τη σειρα του καποιες νυχτες κατεβαινει πιο κοντα στη γη για να γεμισει οχι φως, αγαπη.. ενα μεγαλο ποτηρι κι αυτο, το φεγγαρι.. κρυσταλλινο. χρυσο. καθρέφτινο. που αντανακλα τα βάθη των ψυχων μας. ομως εγω μιλουσα για τα άλλα, τα μικρα, τα ασημαντα ποτηρια, τα ευαισθητα, που θα ραγίσουν αν πονεσεις, που θα ριγήσουν αν χαιδεψεις με τα ακροδαχτυλα το χειλος τους. γι'αυτά τα ποτήρια μιλαω. που δεν το ξερεις πως αισθανονται. που δεν το ξερεις πως πονουν και οτι κλαινε. που τα'χεις δει μα δεν τα εχεις προσεξει να χαμογελουν, οταν δύο μαζι, αιωνιες κουβεντες κρυφακουνε. που δεν φανταζεσαι οτι μπορει αδεια να δειχνουν, μα ξεχειλιζουν απο ελπιδα.. τοση που δυσκολα στις χουφτες του θα μπορουσε να συγκρατησει και ο πιο προσεκτικος ανθρωπος, με τα πιο μεγαλα χερια, χωρις να σταξει μια σταλια, χωρις να προδοθει. κι ομως, αυτα μπορουν να ελπιζουν οπως κανεις μας δεν μπορει. να ελπιζουν πως θα γεμισουν το μοναδικο κρασι, που δίπλα τους αμίλητο προσμένει κι ας το πειραζει λιγο που το βαλανε σε λαθος μπουκαλακι, και με περισσια ευτυχια θα το προσφερουν στα χειλη να γευτουν. οχι στα χειλη, σε εκεινα τα χειλη, σε εκεινα και μονο. κι αν το κρασι δεν τα γεμισει, μενει η ελπιδα μεσα τους. και αν τα χειλη μεινουνε κλειστα, μενει η χαρα της προσμονης. και τιποτε αλλο. και τοτε νομιζεις πως καποιος άδεια τα παρατησε πανω σε καποιο ξυλινο παγκακι, άλλα χειλη για να ευχαριστησουν, άλλα χαμογελα να καθρεφτισουν και για να κρυφακούσουν άλλες σιωπες. ετσι νομιζεις. οτι σε οποιο ραφάκι και να τα'στειλε η τυχη να βραδιαζονται αποψε, ειναι δυο αδεια κοινά ποτηρια, κι οχι εκεινα τα ποτήρια, εκεινης της νύχτας, που τοσο γεματα απο ελπίδα δωσαν και στο φεγγάρι ακόμη για να λάμψει περισσότερο, κι ομως τους εμεινε μεσα τους όση δε θα μπορεσει ποτέ κανείς να φανταστει. κι εχουνε ζησει σε μια νυχτα, οσα οι ανθρωποι χιλιαδες λαχταρουν. κι ας άδεια δειχνουν.. και κοινά..
θα φυγεις ε; πηγαινε. χορτασαμε. θα ερθεις παλι; ξεχναμε ευκολα. και συ και γω. και παλι πεθυμιομαστε σαν παιδια μαλωμενα το απογευμα, που την επομενη μερα ξανα μαζι ξανα παιζουν τα ιδια παιχνιδια. θα φυγεις; πηγαινε.. ενα νανουρισμα πες μου μοναχα. να κοιμηθω να μη σε δω να φευγεις. οχι οχι οχι εκεινο που ελεγε ο ασιμος στην κορη του, δε σου ταιριαζει αυτο. εσυ δε μαραινεσαι. και γω ουτε που το χω σκοπο. εγω ν'ακοιξω τα φτερα μου θελω, και μαζι σου να πεταξω μια μερα να μου δειξεις ολα τα χρωματα του κοσμου. και ως εκεινη η μερα να ρθει, να μη φοβαμαι τιποτα. τιποτα να μη φοβαμαι. αυτο, μπορεις; να μην κλαιω που φευγεις. αυτο, μπορεις; να ρθω μαζι σου ειπες; τωρα; δεν μπορω. εχω τα ρουχα στο μπαλκονι απλωμενα. να τα μαζεψω. α, και την ασφαλεια του αυτοκινητου αυριο. πηγαινε εσυ. στο γυρο του κοσμου. στον ουρανο ανοιξε τα φτερα σου τραγουδωντας. και πετα. ενα νανουρισμα πες μου μονο, να μη φοβαμαι τον χειμωνα που θαρθει. γεια. παντα ερχεσαι ξανα. σ'ευχαριστω που ησουν, σ'ευχαριστω που θα'σαι. και πιο πολυ σ'ευχαριστω γι'αυτο που μου φερες. πες το μου να τ'ακουσω. θα'ρθεις παλι; κι ενα νανουρισμα.. ισα που προλαβαινεις καλοκαιρι μου.. σαν κι αυτο..
Ξερεις ποσες φορες το εχω αναρωτηθει αυτο? Αυτο θελω? Μονο μια στιγμη? Μια στιγμη... η στιγμη που περνα και χανεται... Μια στιγμη που σου αλλαζει ολη την ζωη. Και μενεις μετα να κοιτας πισω και να γεμιζουν τα ματια σου δακρυα απο χαρα που την εζησες και απο πονο που τελειωσε. Και οσο και αν απο τον πονο λες καλυτερα να μην το ζουσα ποτε, ευχαριστεις τον θεο που γευτηκες μια σταλα απο ευτυχια... H καρδια σου ματωνει... "μια στιγμη, να γυρνουσε ο χρονος πισω... μια στιγμη, στο λεπτο πριν σ'αγαπησω... μια στιγμη, να χει λογο η ζωη" Και μετα... μετα... ξεχνας τον πονο. Και μενει η αλμυρα της αναμνησης στα χειλια και η γλυκα της γευσης στην καρδια...
Να κατι που ήθελα και δεν με ρωτησες ποτε... "ποια ηταν η πιο ομορφη στιγμη της ζωη σου...?"
ξερω να διηγουμαι. εχω αναμνησεις. ητανε μια φορα θυμαμαι, που ταξιδεψα χαραματα μ'ενα λουλουδι για παρεα, ενα λουλουδι ομορφο, κλεμμενο.. κι υστερα το αφησα στη θεση του. ξερω και να ονειρευομαι. και φαντασια εχω. να ειναι ηλιοβασιλεμα, διπλα στη θαλασσα, με παγωτα φραουλα στο ενα χερι και τ'αλλα κρατημενα μεταξυ τους. και ουτε λογια. φραουλα γευση μονο στ'ονειρο. ξερω να διηγουμαι, ξερω και να ονειρευομαι λοιπον. να ζω, αραγε, ξερω;
ενα συννεφακι ειμαι μονο. μια μερα ειδα μια γυναικα να με δειχνει στο παιδι της και να λεει "κοιτα, τι χαριτωμενο!" ετσι, χωρις κανενα λογο! και χωρις κανενα λογο κι εγω, μαζευτηκα λιγο. μια μερα ενας αλλος κυριος που βολταριζε στην παραλια με αγριοκοιταξε. δεν εχω βροχη.. καλα καλα σκια δεν κανω. κι ομως, με αγριοκοιταξε σου λεω.. κι απο το φοβο μου κανοντας να αλλαξω πορεια, εχασα μια τουφιτσα. ενα απογευμα περασε μεσα μου ενα αεροπλανο της γραμμης θεσσαλονικη-αθηνα-βελιγραδι. δεν εχω παει ποτε στο βελιγραδι. νομιζω πως ουτε θα το θελα. και ουτε που ηθελα να μαζευω τα κομματια μου για μερες μετα. παρ'ολα αυτα αυτο με διελυσε. ενα κομματι μου ακομα δεν το βρηκα. μια αλλη βραδια καλοκαιριατικη επιασε μπορα αποτομη! μεχρι που να το καταλαβω και να τρεξω ειχα γινει μουσκεμα. μαζεψα αρκετα στο πλυσιμο, στενεψα. ενα μικρο συννεφακι ειμαι. μικροτερο. μικροτερο. ουτε να παω θελω πουθενα, ουτε να αγριευομαι ουτε και να γελουν μαζι μου. μονο να λιαζομαι τα καλοκαιρια κατω απ τον ηλιο θελω και να κοιτω τη θαλασσα. την αγαπω τη θαλασσα μα δεν της το χω πει ποτε, φοβαμαι μη με κοροιδεψει. θυμαμαι ενα απογευμα, που μπηκα κατω απ'τον ηλιο και βολταριζα ανεμελα, στραβωθηκα λιγακι και κατω κοιταξα για να ξεστραβωθω. ειδα μια γυναικα να με σημαδευει για να με βγαλει μια φωτογραφια. εμενα, το μικρουλι συννεφακι! ουτε που το καταλαβα πως φουσκωσα περηφανο, ουτε που το καταλαβα οτι ομορφυνα και τις ηλιαχτιδες αντανακλουσα, και ουτε που το πιστευα για μια στιγμη οτι με κοιταξε κι η θαλασσα μου ακομη!
κι ύστερα ήθελα να σ'άγγιζα.. απ'τα χιλιάδες πράγματα που είσαι να είχα αυτό το ένα, τόσο μικρό και τόσο ανείπωτα μεγάλο να ξεχειλησει την ψυχή μου. να μη σε δω, μάτια κλειστά, να σε αγγίξω μόνο, υπνοβατώντας σχεδον. σε ξυλοπόδαρα. σ'ενα ποταμι ορμητικό με πέτρες στο βυθό, ισορροπώντας όπως μου έμαθες να κάνω. κι ύστερα ήθελα να σου΄πιανα το χέρι, και να μετρήσω τα δάχτυλά σου με τα δικά μου, ένα, δύο, σαν τον τυφλό που ακουμπάει την θαυματουργή εικόνα, τρία, τέσσερα, σαν λαβωμένος ιππότης που ξαναβρίσκει το σπαθί του, πέντε, το πιο μικρό, ερωτευμένα δεκαεννιάχρονα στη σκιά της ακρόπολης.
απο εκεινη την κουβεντα, δυο πραγματα αναβλυζουν. εμπειρια, και προστατευτικοτητα. και αλλα τοσα λειπουν.. ερωτας και ονειρο μα αυτο ειναι που δεν καταλαβαιεις και συ. οτι γνωριζω. εχω ζησει. την εμπειρια την εχω. ξερω απο πονο. δεν θελω να τον πιστευω ομως. θελω να "ονειρευομαι" γιατι πολύ απλα, ξερω την αληθεια. μπορει να ζησει ενα μωρο χωρις χαδι? οχι. καποια στιγμη σταματαει αυτο ομως. δεν ειναι επ' αοριστον. τι δεν χρειαζεσαι πια, η τι φοβασαι οτι θα σταματησει; η ικανοτητα σου να πετας; αυτο δεν σταματαει ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΟΜΩΣ!!!! δεν θελω. αν ηθελα θα το ειχα σταματησει αλλα ειμαι εγω! ετσι απλα! ει εσυ! :) ναι? φου! :D
– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.Δεν άκουσες;Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …
Ζω…
– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
Συγχωρώ!
– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
– Aύριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός είναι ο δυνατός;
– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
– Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή,μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
– Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου! «Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
– Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…
απανταει ξανα σε μια φανταστικη ερωτηση, που του ειχε κανει μια μυστηριωδης γυναικα, ξυπνωντας στις αναμνησεις του..Θυμαται τα πάθη του. μετανοιωνει που καποια απο αυτα δεν τα πραγματοποιησε. Κρυμμενος πισω απο την κουρτινα της ρουτινας και της καθημερινοτητας, βυθισμενος στην ανετη και χωρις άγχη ζωη -που παλιοτερα φαινοταν τοσο μακρινη..- σκεφτεται οτι θα μπορουσε να υποχωρησει σε καποια πείσματα της λογικής του, να κυνηγησει, να αφεθει, να ζησει, και να ξανακρυφτει πισω στο καβουκι του. θυμαται, μονο θυμαται. θυμαται, ανακαλεί ανεξίτηλα γραμμενα και καταχωνιασμενα κομματια της μνημης του, μια φωτογραφία απο ένα ηλιόλουστο μεσημερι στην παραλια, αμυδρά μια άλλη φωτογραφια απο ενα φεγγαρι που ζωγραφιζει μια γραμμη, θυμαται ενα σκιτσο μιας γυναικας, φυσαει τη σκονη απο καποια κομματια της μνημης του που τοτε δεν ειχαν γραφτει ακομη, μοιαζουν και τωρα ολοκαίνουρια.. στέκεται μπροστά στο μεγάλο παραθυρο του σπιτιου του και ερχεται απο το πουθενα η εικονα μιας τεραστιας καφε άδειας πολυθρονας και διπλα της στο μισοσκόταδο το ένα μπράτσο μιας δευτερης, και υστερα σκοτάδι..
πάνω στο τζάμι, αντανακλάται αμυδρά η εικόνα του. στο προσωπο του ξεχωριζει ενα χαμογελο και οι ρυτιδες διπλα στα ματια του..
λεω να ερθω μια βολτα απο κει. θα κοιμασαι λες; δεν πειραζει.. ειναι πολλα τα λουλουδια που σου χρωσταω. στο ονειρο σου θα σου στρωσω ροδοπεταλα, κι ενα μεγαλο καταλευκο λουλουδι στα χερια σου θα ακουμπησω. κι υστερα ως το πρωι θα περιμενω για το μονο νομισμα που ξερω να πληρωνομαι απο σενα, μεχρι στα χειλη σου να σχηματιστει. σαν μια αιωρα, κατω απ το αυγουστιατικο φεγγαρι.
Οταν ημουν μικρη, έπεσε μια ολόκληρη ντουλαπα πάνω μου και το μονο που θυμαμαι ειναι τη φωνη της μανας μου τρομοκρατημενη να λεει: "το παιδι πεθαινει καντε κατι". Απο τοτε και προλου που ημουν γυρω στα 6 ορκίστηκα να μην εχω ποτε την ιδια αντιδραση στα παιδια μου. Και τωρα πια που εχω παιδια, οταν πεφτουν και τσακίζονται, γελαω δυνατα σα να το εχουν κανει επιτηδες για να γελασω. Και αφου σιγουρευτω οτι ειναι καλα, γελαμε μαζι γιατι και καλα παραδεχονται οτι το εκαναν επιτηδες για να γελασουμε.
Ξερεις?.. Καμια φορα με τρομαζει το γεγονος του πόσο ιδιοι είμαστε...
"Όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το συμπαν συνομωτει για να το πετυχεις." Αυτη η φραση ειναι μέρες τωρα στο μυαλό μου. Χθες, οταν πια έπαψα να ελπίζω πως "θα.." και "δεν θα.." μαζι, οταν πια σταματησα να σκεφτομαι αν το συμπαν εκανε τη δουλεια του κι αν αυτο γνωριζε τι ήθελα περισσοτερο, "να.." ή "να μην..", χωρις να ξερω ακομη οτι γνωριζε κι οτι το ειχε κάνει ήδη, τα ξεχασα όλα και σταθηκα να θαυμασω ότι περισσεψε απο το ηλιοβασίλεμα. Η ζωή ειναι πολύ απλή και ξερει τι θελει. Η ζωη ειναι ωραία. Τοτε μια μικρή λεπτεπίλεπτη καφέ πεταλούδα ήρθε και καθισε πανω στο αριστερο μου χέρι. Στην αρχη σηκωσα αργά το χερι μου, για να μη φυγει και να ρουφήξω στο μυαλό μου την αναπάντεχη όμορφη στιγμή που μου πρόσφερε. Δεν έφυγε, απλώθηκε σαν για να μου δείξει τα προσεκτικά ζωγραφισμένα της φτερα και καθισε. ακουμπησα το χερι μου ξανα στο ποδι μου οπως και πριν. ισως χαζεψαμε μαζι το πιο σκοτεινό πορτοκαλί χρωμα, την τελευταια αχτιδα του ήλιου.. ισως παλι και να κοιμήθηκε.. μετα απο πολλή ωρα κουνηθηκε για να μου δωσει να καταλαβω οτι θα φυγει. και νοητα, με ενα χαμογελο την χαιρετησα. ετσι απλη ειναι η ζωη και ξερει τι θελει. αν θελει να ξεκουραστει στο χερι ενος ξενου, αυτό θα κανει. και ειναι σπάνια η χαρα που νιωθει ο ξενος που προσφερει την ζεστασια του για να ξεκουραστει εστω και μια μικρη, ομορφη και τοσο ευθραυστη πεταλουδα.
Ο Paulo Coello λεει οτι οταν θέλεις κατι πολύ ολο το συμπαν συνωμοτεί για να το πετυχεις. Εχουν υπάρξει πολλά "θελω πολύ" στην ζωή μου. Με νοημα. Με βαρυτητα. Με πόθο. Αλλα δεν εχει υπάρξει ποτε "θέλω πολύ, αλλα..." Μεχρι χθες. Χθες ειχα αυτο το περίεργο συναίσθημα του "ναι μεν, αλλα". Του "θελω αλλα και δεν θελω". Του "ναι, αλλα καλυτερα οχι". Παντα τα θέλω μου ηταν ξεκαθαρα στο μυαλο μου και τωρα είναι η πρωτη φορα που μπερδευονται... Είναι σα να βλέπεις κατι, κατι που ειναι εκει και σε φωναζει χωρις να σου μιλαει και να σου λεει: "ειμαι εδω, κοιτα με!!! ρουφα την εικονα μου στο μυαλο σου για να μπορεις να την διαγραψεις οταν θα πρεπει" Και τοτε για μια στιγμη, για ενα δευτερολεπτο, τόσο οσο χρειαζεται για να θολώσει το μυαλό σου και να ξεχασεις που βρισκεσαι, να κοιταξεις αυτο που ειναι πίσω σου οπως το προσπερνας και να ηλεκτριστείς απο την ενταση της σκεψης σου... "Γεια σου ειμαι εδω! Μη με ξεχνάς! Πες μου πως ένα κομμάτι απ' το χθες σου θα 'μαι και μέσα σου θα με κρατάς" Ναι. Ειναι οι στιγμες που αξίζουν στην ζωή. Αυτες που ειναι αδιευκρίνιστης διάθεσης. Αυτες που μας κανουν να πεταμε δίνοντας μας και αλεξίπτωτο μαζι.
αληθεια, αυτή που ξερω έτσι ειναι. θέλει. κι άλλο. γιατι ξερει οτι εχω κι αλλο. κι ας φοβάται μην τελειώσω.
μερικες φορες πιστεύω οτι η μεγαλύτερη επιρροή μου πάνω σου, ειναι αυτή ακριβώς. οτι σου έμαθα να θέλεις. αλλά δεν μπορεσα να σε σταματήσω απο το να φοβάσαι το τέλος.
έχοντας μια εικόνα σου, φτιαγμένη από μένα για μένα, και αφου μου ζήτησες να τη μοιραστω μαζι σου, θα το κανω. θα σου πω πως εισαι στο μυαλό μου.
Χαμογελαστή. Ναι, σχεδον πάντα οταν εισαι εξω, σχεδον πάντα οταν μιλας μαζι μου. μη με ρωτησεις αν ήσουν ετσι πάντα, ή αν θα αντέξεις να εισαι για πολύ ακομα. Αυτη η γυναικα που σου περιγραφω, εισαι εσυ οπως ζεις αυτή τη στιγμή μεσα μου.
Χαμογελαστή. με δυο δυνατά ματια, ασπίδες και οπλα μαζι. για να κρυβεις και να αρνεισαι την θλιμμενη σου καρδια...
εισαι παραξενα όμορφη στο μυαλο μου, με κατι εξωτικο στην λεπτοκαμωμενη και λεπτεπιλεπτη παρουσια σου. τί ακριβως, δεν ξερω. λεπτοκαμωμένη και καθημερινή. καθημερινή και ξεχωριστή. ξεχωριστή και ιδιαίτερη.
μερικές φορες ευχομαι να μη σκέφτομαι. δεν μπορει να βρεθει η ευτυχια μεσα απο την ελευθερη σκέψη. μόνο το χάος και το δέος για την συνειδητοποίηση του μεγέθους της άγνοιας. και αν η ευτυχία ειναι το ζητούμενο, η σκέψη ειναι εχθρός.
ιδιαίτερη. το οτι θα μπορουσες να εκφρασεις το πιο πάνω συναισθημα πολύ καλύτερα απο μενα, ειναι μονο ενα μικρο δειγμα του πόσο ιδιαιτερη εισαι στα ματια μου, αν αφησεις τον μανδύα να γλιστρισει απ'τους ωμους σου και να πέσει αφήνοντας σε γυμνή απο τύπους και κανόνες.όχι γιατι μπορεις να εκφραστεις. αλλά γιατί μπορεις να νιώσεις.
Ηταν μαγικά. Ακουγόταν μονο το κύμα. Εκλεισα τα μάτια μου και ξάπλωσα στην άμμο και άδειασα το μυαλό μου. Δεν σκεφτόμουν τίποτα και δεν χρειαζόταν να μιλήσω σε κανενα.
ξεχωριστή. και έστω και ελάχιστα, με κανεις να νιώθω τόσο ξεχωριστος κι εγω μαζί σου, όση και η θέση μου στο άλλο μισό, το απραγματοποίητο ακόμη μέρος του ονειρου σου..
και καθημερινη.. τρως τα νυχια σου, θυμώνεις, κουράζεσαι, ακους χατζηγιαννη..
κρυβεσαι...
αλλά δεν μπορείς να πεις ψέμματα.
Εσύ, όπως σε βλέπω εγώ.
Εύθραυστη.
Εύθραυστη.
Ενα ευαίσθητο κορίτσι, εύθραυστο, μεσα σε μια σκληρή γυναικα..
Παραδοξα ευχομαι να μην ησουν τοσο ευθραυστη. σε φοβάμαι μη σπασεις.
Παραδοξα γιατι μια σκληρη γυναικα δε θα με γνώριζε ποτέ. Δε θα με διαισθανόταν.
Αλλά φοβαμαι μη μου σπάσεις.
ειμαι ιδιαίτερα σκληρος μαζι σου ομως. δε σε σκεφτομαι παντα ετσι. μονο κατι ωρες σαν κι αυτη. που σε νιωθω λιγο περισσοτερο..
Τι να'ναι λες;.. Να'ναι κοπάδι απο πουλιά αποδημητικά, που ήρθε η ώρα και μαζεύτηκαν να πάνε εκεί που τους ορίζει η μοίρα τους η απόλυτη; Ή να'ναι του έρωτα τα τόξα που με τα βέλη τους ετοιμοπόλεμα τυφλά τις μοίρες μας τις αδυσώπυτες σκοτώνουν και έτσι μένουμε, σα στήλες άλατος όπως του ξυλοκόπου το τσεκούρι που ξαφνικά δεν έχει που να πέσει και αιωρείται δίχως νόημα κι αστεία, -σαν ένας κλόουν που τον έπιασε η μπόρα στο δρόμο για το πάρτυ- τα δέντρα του κοιτώντας που όλα τά΄κοψε, όλα τους κάτω κείτονται ισόπεδα και λυτρωμένα ανάμεσα σε στόλους με λουλούδια κίτρινα, κόκκινα και μενεξιά; .... Φώτα είναι. Φώτα που χορεύουν. και αν μαντέψεις το τραγούδι τους τα όμορφα φτερά σου ανοιξε και ετοιμάσου να πετάξεις. ευτυχισμένη θα'σαι.
αν λοιπον υπαρχει καποιος που μπορει να σου πει την πιο όμορφη καλημερα, αυτος δεν ειμαι εγω...
Κλείσε τα μάτια μου,μπορώ να σε κοιτάζω τ'άυτια μου σφράγισ'τα να σ'άκουω μπορώ χωρίς τα πόδια μου μπορώ ναρθώ σε εσένα και δίχως στόμα θα μπορώ να σε παρακαλώ
Σταμάτησε μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι και αν κάνεις το κεφάλι μου συντρίμια στάχτη,εγω μέσα στο αίμα μου θα σ'έχω πάλι
Χωρίς τα χέρια μου μπορώ να σε σφιχταγκαλιάσω
σαν να'χα χέρια όμοια καλά με την καρδιά.
"Λοιπόν αγαπητέ μου Αγάθων. Σχημάτισα τη γνώμη, πως ήταν πετυχημένη η κατεύθυνση που έδωσες στην ομιλία σου, ότι τόνιζες πως έπρεπε πρώτα τον ίδιο τον Έρωτα να παρουσιάσεις, τι πράγμα είναι, έπειτα δε την δράση του. Αυτή την εισαγωγή την επιδοκιμάζω πλήρως. Σε παρακαλώ λοιπόν, εφ' όσον και τις άλλες ιδιότητες του Έρωτα περιέγραψες με τόση επιτυχία και τόση μεγαλοπρέπεια, απάντησέ μου και στο εξής: Είναι άραγε τέτοια η φύση του, ώστε να είναι ο Έρως έρως κάποιου πράγματος ορισμένου ή όχι; Το ερώτημά μου πάντως δεν αναφέρεται στο αν είναι γέννημα ορισμένης μητέρας ή πατέρα (θα ήταν τότε κωμικό το ερώτημα, αν ο Έρως είναι έρως προς μητέρα ή πατέρα). Αλλά να: Υπέθεσε, πως σ' ερωτούσα για αυτήν ακριβώς την έννοια πατέρας. Άραγε ο πατέρας είναι πατέρας κάποιου ορισμένου, ή όχι; Θα μου απαντούσες, δεν αμφιβάλλω, αν ήθελες να μου δώσεις απάντηση ακριβή, ότι ο πατέρας είναι πατέρας ενός υιού ή μιας θυγατρός. Ή όχι;"
"Φυσικά" είπε ο Αγάθων.
"Και η μητέρα πάλι το ίδιο;"
Και σε αυτό η απάντηση ήταν καταφατική.
"Δέξου ακόμη" είπε ο Σωκράτης "να μου δώσεις και μερικάς άλλες απαντήσεις, για να εννοήσεις ακριβέστερα αυτό στο οποίο θέλω να καταλήξω.
Αν σ' ερωτούσα π.χ.: Και ο αδελφός; Δεν είναι και αυτός αυτό που είναι, εφ'όσον είναι αδελφός ενός ορισμένου προσώπου; ή όχι;"
"Είναι" είπε.
"Ενός αδελφού ή μιας αδελφής. Ναι;"
Το παραδέχθηκε.
"Προσπάθησε τώρα" λέει "να καθορίσεις και περί του Έρωτος. Ο Έρως είναι έρως κάποιου ορισμένου ή δεν είναι;"
"Και βέβαια είναι".
"Τώρα, αυτό μεν, το τίνος είναι" εξακολούθησε ο Σωκράτης "φύλαξέ το μέσα σου και να το θυμάσαι. Εν τω μεταξύ απάντησέ μου σ' αυτό και μόνον: άραγε ο Έρως εκείνο, του οποίου είναι έρως, το επιθυμεί, ή όχι;"
"Χωρίς άλλο" είπε.
"Άραγε το έχει αυτό, που επιθυμεί και αγαπά και όμως το επιθυμεί και το αγαπά ή δεν το έχει;"
"Δεν το έχει" λέει. "Αυτό τουλάχιστον είναι πιθανό".
"Κοίταξε τώρα" είπε ο Σωκράτης "μήπως αυτό είναι λογικά αναγκαίο, και όχι απλά πιθανό, αυτός δηλαδή που έχει την επιθυμία, να επιθυμεί ό,τι στερείται, ει δ' άλλως να μην επιθυμεί, αν τύχει και δεν το στερείται. Εγώ πάντως, Αγάθων, παραδέχομαι ότι αυτό είναι απολύτως αναγκαίο. Εσύ;"
"Και εγώ" είπε "το πιστεύω".
"Λαμπρά! Θα επιθυμούσε λοιπόν ποτέ ένας, που είναι ήδη μεγαλόσωμος, να είναι μεγαλόσωμος, ή ρωμαλέος, αφού είναι ρωμαλέος;"
"Αδύνατον, στη βάση των όσων δεχθήκαμε".
"Φυσικά, αφού δεν θα του έλειπαν αυτά τα προσόντα, εφ' όσον τα έχει".
"Έχεις δίκιο".
"Διότι και στην περίσταση, που ένας ρωμαλέος θα ήθελε να είναι ρωμαλέος" λεει ο Σωκράτης "και ένας γρήγορος να είναι γρήγορος, και ένας υγιής να είναι υγιής - διότι θα ήταν δυνατόν ίσως να φαντασθεί κανείς αυτά και όλα τα παρόμοια ενδεχόμενα, άνθρωποι δηλαδή που είναι τέτοιοι και κατέχουν τα προσόντα αυτά, να επιθυμούν ταυτόχρονα αυτά που κατέχουν. Για να μην υποπέσουμε λοιπόν σε λάθος, γι' αυτό επιμένω. Άλλωστε αυτοί, Αγάθων, αν το συλλογισθείς καλά, οφείλουν κατ' ανάγκη, θέλουν δεν θέλουν να είναι κάτοχοι τη στιγμή αυτή των διαφόρων ιδιοτήτων, τις οποίες έχουν. Επομένως κανείς δεν θα μπορούσε πάντως να ποθήσει αυτό και μόνο; Αν όμως έλθει κανείς και μας πει: "Εγώ είμαι υγιής, αλλά και θέλω επίσης να είμαι υγιής. Είμαι πλούσιος, αλλά και θέλω να είμαι πλούσιος, επιθυμώ επομένως ό,τι ακριβώς έχω", θα του απαντήσουμε: "Ναι, κύριε, έχεις τώρα και πλούτο και υγεία και σωματική δύναμη. Αλλά τα θέλεις να τα έχεις και στο μέλλον. Καθ' όσον στο παρόν τουλάχιστον, είτε το θέλεις είτε όχι, τα έχεις. Πρόσεξε λοιπόν, μήπως με την βεβαίωσή σου αυτή ότι : Επιθυμώ αυτά που έχω, δεν θέλεις να πεις τίποτε άλλο παρά τούτο: ότι θέλω όσα τώρα είναι στη διάθεσή μου και στο μέλλον να είναι". Θα το αναγνώριζε, έτσι δεν είναι;"
Συμφώνησε, είπε, και ο Αγάθων.
Πρόσθεσε τότε ο Σωκράτης:
"Επομένως, αυτό σημαίνει ότι αγαπάς εκείνο το οποίο δεν είναι ακόμη στην διάθεσή σου ούτε στην κατοχή σου, ότι αγαπάς δηλαδή το να σου είναι στο μέλλον εξασφαλισμένα και διαθέσιμα αυτά τα αγαθά".
"Απολύτως" είπε.
"Επιθυμεί άρα, και αυτός και οποιοσδήποτε άλλος κατέχεται από κάποια επιθυμία, ό,τι δεν είναι στη διάθεσή του και ό,τι δεν είναι παρόν και ό,τι δεν κατέχει και ό,τι δεν είναι ο ίδιος και ό,τι του λείπει. Παρόμοια περίπου είναι τ' αντικείμενα, προς τα οποία στρέφονται η επιθυμία και ο έρως".
"Πολύ σωστά" είπε.
"Και τώρα, σε παρακαλώ" εξακολούθησε ο Σωκράτης "ας ανακεφαλαιώσουμε τα σημεία, στα οποία μείναμε σύμφωνοι. Ο Έρως αναφέρεται πρώτον μεν σε ορισμένα αντικείμενα, έπειτα σε εκείνα τ' αντικείμενα, όσα τυχόν στερείται επί του παρόντος. Δεν είναι έτσι;"
"Μάλιστα" λέγει.
"Ανακάλεσε τώρα στη μνήμη σου ύστερ' απ' αυτά, προς τι πράγμα ανέφερες στην ομιλία σου ότι στρέφεται ο Έρως. Ή, αν προτιμάς, σου το υπενθυμίζω εγώ. Μου φαίνεται λοιπόν, πως αυτό περίπου υποστήριξες: ότι τα πράγματα των θεών τακτοποιήθηκαν χάρις στον έρωτα προς το ωραίο. Διότι του άσχημου έρως δεν νοείται. Αυτό πάνω κάτω δεν είναι που έλεγες"
"Ναι, το είπα" απάντησε ο Αγάθων.
"Και πολύ σωστός είναι ο ισχυρισμός σου, φίλε μου" είπε ο Σωκράτης. "Αν λοιπόν αυτό αληθεύει, τότε ο Έρως πρέπει να είναι της ωραιότητας έρως και όχι της ασχήμιας. Έτσι;"
Το παρεδέχθη.
"Αναγνωρίσθηκε όμως, ότι εκείνο που στερείται και εκείνο που δεν έχει, αυτό αγαπά;"
"Ναι" είπε.
"Στερείται επομένως και δεν έχει ωραιότητα ο Έρως".
"Κατ' ανάγκη" είπε.
"Αλλά τότε, ένα πράγμα που στερείται ωραιότητα και δεν έχει διόλου κάλλος, το ονομάζεις μήπως συ ωραίο;"
"Σίγουρα όχι".
"Επιμένεις λοιπόν να υποστηρίζεις, ότι ο Έρως είναι ωραίος, εφ' όσον η πραγματικότητα είν' αυτή;"
Και ο Αγάθων είπε τότε:
"Φοβούμαι, Σωκράτη, πως δεν είχα καταλάβει τίποτε απ' όσα είπα τότε".
"Και όμως ωραίος πολύ ήταν ο λόγος σου, Αγάθων" είπεν. "Αλλ' απάντησέ μου ακόμη κάτι τι: κάθε τι αγαθό δεν παραδέχεσαι πως είναι και ωραίο;"
"Ασφαλώς".
"Εφ' όσον λοιπόν ο Έρως στερείται τα ωραία και εφ' όσον τ' αγαθά είναι ωραία, θα πρέπει και τ' αγαθά να τα στερείται".
"Εγώ" λέγει "Σωκράτη, δεν θα μπορούσα να τα βάλω μαζί σου στην συζήτησιν. Ας είναι λοιπόν το πράγμα όπως το λέγεις".
"Όχι δα" είπε. "Με την αλήθεια, αγαπημένε μου Αγάθων, δεν μπορείς να τα βάλεις. Με τον Σωκράτη, αυτό δεν είναι διόλου δύσκολο".
Έτσι μίλησε ο Σωκράτης, και κατόπιν ευχήθηκε να έχεις ένα όμορφο πρωινό Σαββάτου...
...ομορφο λουλουδι, Εστω κι αν αυτη ξημερωνει σαν ζωη σε κονσερβα και οχι στα λιβαδια που ανηκεις. Εστω, εστω, το φως παντου σε φτανει, χιλιαδες χρονια ταξιδευοντας, χιλιαδες χρονια περιμενοντας, μια στιγμη για να ανακλαθεί επανω σου. Μια στιγμη να σε αγγιξει. Στο έρημο ταξιδι του μονάχα ελπιζοντας να μην του κρύβεσαι..
στον republic μαζι με ολους τους καλους μουσικους παραγωγους, υπηρχε και καποιος που λεγεται χρηστος πορτοκαλογλου. στο 3 με 4.
ηταν ο μονος που δεν αποχωρησε μετα απο εκεινη την ιστορια.
ειναι ακομα εκει και κανει το 3 με 4.
οι μουσικες του ηταν αυτο που με εκανε να τον συμπαθησω τοσο. ιδιαιτερες ηλεκτρονικες μουσικες, που ακομη καμια φορα γυρναω στη συχνοτητα και ακουω τις μουσικες του.
αυτος ο ανθρωπος εχει εναν ιδιαιτερο τροπο να μιλαει. αρχιζει μια προταση και φτανει ως τη μεση της, και στο κρισιμο σημειο διακοπτει για αισθητα μεγαλο χρονικο διαστημα, για να συνεχισει μετα με την υπολοιπη προταση που ολοκληρωνει την σκεψη του.
αυτο το κενο που παρεμβαλλεται στη μεση της προτασης και την χωριζει σε προλογο και επιλογο, ειναι το κυριως θεμα.
σε εκεινο το διαστημα, εβρισκα χρονο να συμπληρωσω την προταση με την δικη μου σκεψη, και με ενδιαφερον περιμενα να ολοκληρωσει την δικη του.
δε σου κρυβω οτι λογω της καθημερινης μου τριβης με αγνωστους ανθρωπους λογω δουλειας, εχω χρησιμοποιησει διαφορα "τεχνασματα" για να πετυχω το επιθυμητο αποτελεσμα που -παντα - ειναι η ομαλη συνεργασια.
καποια στιγμη εφαρμοσα και αυτη την τεχνικη και ειδα ανθρωπους να κρεμονται απο τα χειλη μου.
με τον ιδιο τροπο κρεμομουν απ'τα χειλη του καποιο μεσημερι, οταν καποιος ακροατης ζητησε να μαθει τα στοιχεια του τραγουδιου που μολις ακουστηκε.
οχι για να μαθω ποιο ειναι το τραγουδι αλλα για να ζησω μια απο τις μεγαλυτερες ανατροπες της προσωπικοτητας μου.
ειπε, απευθυνομενος στον ακροατη, κατι σαν:
λεω τον τιτλο του κομματιου παντα στην αρχη και στο τελος του, αλλα θα το επαναλαβω για αλλη μια φορα, για αυτους που -μικρο κενο- οταν ακουν ενα ωραιο κομματι, ψαχνουν να βρουν τον τιτλο του ωστε να μπορεσουν να το ξανακουσουν σε αντιθεση μ'αυτους που -μεγαλο κενο- απλα απολαμβανουν τη μουσικη.
με συνετριψε. οταν σκεφτηκα το ποσο δικιο εχει, καταλαβα οτι ειμαι απο αυτους που μεσα στην πάλη τους για περισσοτερο , μεσα στην απληστια τους, χανουν την απολαυση της στιγμης.
εναμισυ - δυο χρονια μετα, ακομη γυρναει στο μυαλο μου αυτη η φραση. καθε φορα που προσπαθω να σημειωσω τους στιχους καποιου τραγουδιου.
καθε φορα που βιαζομαι να προλαβω κατι και χανω κατι αλλο.
καθε φορα που θελω να κανω κατι αλλα δεν εχω τον χρονο.
τις περισσοτερες φορες δεν το πετυχαινω.
σκεφτομαι τα λογια του και συνεχιζω να σημειωνω, συνεχιζω να βιαζομαι, συνεχιζω να θελω κατι ωσπου απλα να ξεχασω τι ηθελα..
και μετα σκεφτομαι παλι πόσο δικιο ειχε. γιατι εχασα άλλη μια στιγμη.
για μενα αυτο ειναι η καλλιτεχνια. η καταγραφη της εμπειριας την καταλληλη ωρα, και αυτο ειναι εμφυτο. και απαιτεί απεριόριστο χρονο.
οσο κι αν προσπαθησα να το καλλιεργησω δεν μπορεσα. τις φορες που εγινε ηταν επειδη ειχα απεριοριστο ελευθερο χρονο και απεριοριστα ερεθισματα. στο δωματιο μου στο χωριο που ηταν απομονωμενο κατα καποιο τροπο απο το υπολοιπο σπιτι, στο στρατο και κυριως στη σκοπιά, στα ατελειωτα βραδια στο φοιτητικο δυαρι οταν οι συγκατοικοι μου κοιμοντουσαν κι εγω χαζευα καθισμενος στην κουζινα τις απεναντι πολυκατοικιες μεχρι να χαραξει..
Πέντε τα χαραματα. Βοτκα δυνατη.
Ανάσα μετρημενη.
Σχηματιζω γραμματα. Ξαφνου θα φανει
αχτίδα νυσταγμένη.
Νύχτα με παράπονο. Άστρο μοναχό.
Ανάσα κουρασμένη.
Σλόου στο ραδιόφωνο. Ρολογιού ηχω
εξασθενημένη.
Βλέφαρα βαριά. Βότκα τελειωμένη.
Ανάσα.
Νύχτα αραιά. Άστρο που πεθαίνει.
Ανάσα..
ετσι ακριβως ηταν ενα αξεχαστο χαραμα σε εκεινη την κουζινα που ακομα βρισκεται στον πεμπτο οροφο καποιας "κωστη παλαμα" και προσπαθει ακομα να βρει μια δίοδο αναμεσα στις υπολοιπες πολυκατοικιες και να δει την πλατεια στην οποια ανηκει.. και ακομα ο χρονος της ειναι απεριοριστος, και ακομα ξενυχταει ωπου να φανει το πρωτο φως, και ακομα θυμαται πως μου χαρισε καποια νυχτα λιγες στιγμες πριν το χαραμα, το μοναδικο μου γραπτό που δε μιλαει για κανεναν..
καπως ετσι "καιω" την επιθυμια μου για καταγραφη σκεψεων σημερα, αφου οι "πεταλουδες" εκαναν φτερα και βρεθηκα να κυνηγαω φαντασματα με μια μικρη αποχη.
και σε ευχαριστω που ειμαι εκει για να με ακουσεις..
γιαυτο λοιπον αφηνομαι να απολαυσω τη στιγμη, να ακουσω το τραγουδι που θα ηθελες να σου αφιερωσει καποιος, να θαυμασω τους ομορφους στιχους του, να βυθιστω στην αγαπη που ξερει να εκφραζει αυτος ο ανθρωπος με τη φωνη του, ο bono, γιαυτο σου αρεσει τοσο αυτη η διασκευη, γιαυτο μου αρεσει τοσο το velvet dress οπως το ειπε στην συναυλια της θεσσαλονικης, να παιδεψω το μυαλο μου για να βρω την απαντηση στις τοσο προσεγμενες ερωτησεις της ημερας, να μαθω πραγματα για σενα με αφορμη τις ερωτησεις σου, να φτιαξω δυσκολους γριφους για να κρυφτω μεσα τους, να μη με βρεις ευκολα, να ευχομαι να τελειωσουν οσο το δυνατον αργοτερα και ταυτοχρονα να ευχομαι να καταφερεις να τους λυσεις, να θυμηθω τις μουσικες μου για να βρω το τραγουδι της καλημερας σου, να θυμηθω τον εαυτο μου μαζι με τις μουσικες μου, να σε ακουω εκπληκτος να με ευχαριστεις επειδη θυμασαι κι εσυ τον δικο σου, να γινομαι εργαλειο στα χερια σου, να αφεθω στην αλληλουχια των συμπτωσεων για οσο αυτες διαρκεσουν.. να νοιωσω..
Νωρίς σ'αγάπησα, νωρίς πληγώθηκα. Εκλεψα όμως μια σταγόνα απ'τη ζωή σου. Κελλί οι σκέψεις μου, κλειδί τα μάτια σου. Τώρα πεθαίνω κρεμασμένος στην πνοή σου. Αραγε ένιωσες πόσο σε πόθησα; Ρωτάς τί χάραξε στο νου μου η ματιά σου; Ίσως δεν πρόσεξες τα πρώτα γράμματα... Αγάπη είναι να κρυφτώ στην αγκαλιά σου.
Έχει συννεφιά σήμερα. Είχες δίκιο. Θα ήταν ωραία σήμερα μια βόλτα σε μια πλατεία της βενετίας. Να περάσεις ανάμεσα από τα περιστέρια, να κατευθυνθείς προς το κεντρικό κανάλι με την υγρασία να διαπερνά τα πάντα και να σταθείς, να ακουμπήσεις με τους αγκώνες στην κορυφή της γέφυρας ρίχνοντας όλο σου το βάρος πάνω της, παρατηρώντας κάθε λεπτομέρεια του συννεφιασμένου ουρανού σαν νά'τανε η τελευταία φορα.. Μέχρι εκεί που το μεγάλο κανάλι ενώνεται με τη θάλασσα, μέχρι εκεί που η θάλασσα ενώνεται με τον ουρανό, μέχρι εκεί που ο ουρανός ενώνεται με τα πάντα.. Κάπου μέσα του να προσπαθεί ο ήλιος να διαπεράσει τα χαμηλά σύννεφα και να σου δείξει την αλήθεια. Και να σε τυφλώνει, μα το βλέμμα σου να στρέφεται -παρ'όλα αυτά- εκεί, ξανά και ξανά. Και πίσω σου, η γέφυρα των στεναγμών και μέσα της στιγμές σαν τη δική σου. Μόνο πιο αληθινές απ'τη δική σου. Καρφωμένες να κρέμονται από ένα μικρό παραθυράκι. Καταδικασμένες στην ευτυχία ή τη δυστυχία να προσπαθούν να δούν την αλήθεια ως την ώρα που το χέρι του δεσμοφύλακα θα τις σπρώξει στο σκοτάδι. Ξανά και ξανά...
[...] ..Μόνο πιο αληθινές απ'τη δική σου. Και βρίσκομαι να βλέπω τον ουρανό και τα πάντα σαν για τελευταία φορα, μέσα από τα μάτια αυτού που το έκανε στ'αλήθεια, του κρατούμενου που καθώς οδηγείται στις υπόγειες φυλακές βασανιστηρίων, κοιτάζει απο το παραθυράκι για στερνή φορά το φως. Και βρίσκομαι να κοιτάω για πρώτη και τελευταία φορά αυτό που τάχα τόσο καιρό παραμελούσα να κοιτάξω. Και βρίσκομαι να με σπρώχνει ένα χέρι, και μετά σκοτάδι. Και ανάμεσα στον ήλιο και το σκοτάδι, στα πάντα και στο τίποτα, μια φιγούρα μπροστά μου να κοιτάει τον ουρανό ακουμπισμένη στη γέφυρα, ελεύθερη. Χωρίς να βλέπει πισω της την τελευταία μου στιγμή. Και βρίσκεσαι να παρακολουθείς αυτή την σκέψη μου, σαν θεά παντοδύναμη, πίσω από μένα, τη γέφυρα και την κρεμασμένη στιγμή. (Και πίσω σου τα πάντα, μετά τον ουρανό, τη θάλασσα και το μεγάλο κανάλι..)
Σάββατο, Ιουνίου 6
Σπασμένα σύννεφα μισά στον καταγάλανο ουρανό χαζεύεις Σε μια εικόνα τα κολλάς και κομματάκια απ'το παζλ μαζεύεις και δε σου βγαίνει.
Αλυσιδίτσα στο λαιμό χρυσή, σου το'πα από καιρό, με πνίγεις Το σταυρουδάκι μου φιλάς την αλυσίδα μου τη σπας. κι αν φευγεις, το αρωμα σου μενει.
και κατι λειπει συνεχως. στο συννεφο σου ενα "πως", ρωταει. και στο λαιμο μου τον γυμνο ενα σημαδι εχω μικρο μα οταν εισαι, δεν ποναει.
αλυσιδακι στο λαιμο σε παιρνω, σε φοραω. και μου γελας και τραγουδαω. στο συννεφο στον ουρανο, το κομματακι το μικρο που λειπει, ξερεις, το κραταω.
Είμαι ένα συννεφάκι. Ένα μικρό συννεφάκι. Αδύναμο. Καμιά φορά μπορεί να με δεις στον ουρανό σου. Να βολτάρω και να περιπλανιέμαι, να γελώ. Να κρύβομαι από τα μεγάλα κακά γκρίζα σύννεφα που με κυνηγάνε για πλάκα και με φοβερίζουν. Καμιά φορά μουσκεύω αν δεν προλάβω να ξεφύγω. Καμιά φορά γαντζώνομαι σε κάποιο άλλο μικρό και φοβισμένο συννεφάκι και προσπαθώ να το σώσω απο τα μεγάλα κακά γκρίζα σύννεφα. Το κρατάω αγκαλιά και του φωνάζω "τρέχα!" και το τραβολογάω κατα κει που νομίζω πιο στεγνά, πιο ασφαλή. Κι αν φοβηθεί πολύ και κλάψει, τότε παίρνω μια βαθιά ανάσα και με όλες μου τις δυνάμεις πετάω ψηλά, κουβαλώντας το στην πλάτη μου. Είναι δύσκολο, μη νομίζεις.. Αλλά είναι πιο καλά έτσι, στην πλάτη, γιατί αλλιώς μπορεί να με δει να κλαίω κι εγώ από φόβο κι από αβεβαιότητα. Και πάμε ψηλά. Ψηλά. Και κει ο ήλιος ζεστός μας στεγνώνει απο δάκρυα και φόβο, και λάμπουμε, και στρογγυλεύουμε, και χαμογελώντας χωρίζουμε. Και πριν χαιρετηθούμε, σκύβω και ψιθυρίζω σιγανά, όταν η μπόρα έχει περάσει, -ισως- πιό πολύ για να τ'ακούσω εγώ. honey, nothing's going to harm you now.. Ανακουφισμένο από τον κίνδυνο που πέρασε, και τη στιγμή που ποτέ δε θά'θελα να ζήσω και δεν ήρθε για άλλη μια φορά, τη στιγμή που δε θα'χω δυνάμεις για να κουβαλήσω άλλο και περιτριγυρισμένοι από αστραπές και φασαρία, χωρίς διέξοδο θα σκύψω και κλαίγοντας θα φωνάξω πιό πολύ για να μ'ακούσει μια στιγμή, κι ας μην το πιστεύω: no no, don't you cry.. Είμαι ένα μικρό συννεφάκι, στρόγγυλο, που τριγυρνάω στον ουρανό σου και σου λέω πως τα μεγάλα κακά γκρίζα σύννεφα πάνω σου, αυτό μόνο φοβάμαι..
Αγάπη είναι, πάνω απ’όλα να χαρίζεις τον εαυτό σου. Να εξαφανίζεις κάθε είδους εγωϊσμό και να δίνεσαι χωρίς σκεψη. Γιατι όταν μπεις στην διαδικασία της σκέψης και της λογικής πολύ απλά εχεις σταματησει να αγαπας. Αλλωστε η αγάπη είναι μια γλυκια αρρώστια του μυαλού. Μια παράνοια. Δίνει αφή στις παραισθήσεις. Κάνει τα κορμιά να αναριγούν. Κάνει τα όνειρα να αιμορραγούν. Τη μοναξιά να τρίζει τις σκάλες τα μεσάνυχτα και να τρομοκρατεί. Στην αγάπη δεν χωρούν κανόνες. Η Αγάπη συγχωρεί, υπομένει, πονά, συμπάσχει, χαίρεται, τρελαίνεται... Η αγάπη είναι μια μαγευτική απάτη. Η μονη απάτη που δεν τιμωρείται. Η αγάπη σε κανει να βλέπεις τον κόσμο όμορφο. Ακομη και εκεί που δεν υπάρχει ομορφιά. Αγαπη ειναι να κάθεσαι σε ενα παγκάκι με τον συνάνθρωπό σου μετά από χρόνια και να κουβεντιάζεις. Να μπορεις να δεις στα μάτια του αυτο που έβλεπες τοτε... Τοτε που η εικόνα του ήταν αψεγαδιαστη και κοιτωντας τον στα ματια έβλεπες την εικονα του μετα απο χρονια γεματη ψεγάδια αλλα την καρδια του ομορφη οπως τωρα. Αγαπη ειναι να κοιτας χωρίς να βλέπεις. Να ξερεις οτι κάπου εκεί υπάρχει αυτο που θέλεις να κοιταξεις αλλα δεν μπορεις να το δεις λόγω συνθηκών, απόστασης, ιδεολογιας και παρολα αυτα να το αγαπας... Και οταν τελικα το δεις να σου κόψει την ανασα, να σταματησει για λίγο η καρδια σου και παρόλα αυτα να είσαι ακομη ζωντανος, φυλακισμένος της στιγμής. Φυλακισμένος στην στιγμή. Και αν καταφέρεις να κρατησεις αυτην την στιγμή για πάντα ζωντανή τότε θα αγαπας για πάντα...
"Δεν θέλω να ζήσω, θέλω ν’αγαπήσω πρώτα και να ζήσω παρεμπιπτόντως". Zelda Fitzgerald
Δε σ'αγαπώ σαν να'σουν ρόδο από αλάτι, τοπάζι ή η σαϊτα από γαρύφαλα που τη φωτιά σκορπίζει: Σ'αγαπώ όπως συγκεκριμένα σκοτεινά πράγματα αγαπιούνται, μυστικά, μεταξυ της σκιάς και της ψυχής.
Σ'αγαπώ σαν το φυτό που δεν ανθίζει μα κρύβει μέσα του το φως των λουλουδιών του' και, χάρη στον έρωτά σου, το σκότος του κορμιού μου στεγάζει το ασφυκτικό άρωμα που ανεδύθη απ'τη γη.
Σε αγαπώ δίχως να ξέρω πως, πότε ή απο που' σε αγαπώ ξεκάθαρα δίχως προβήματα μήτε και περηφάνια: σ'αγαπώ έτσι, μη γνωρίζοντας πως να σε αγαπήσω αλλιώς
παρα μόνο μ'αυτόν τον τρόπο όπου ούτε "εσύ" ούτε "εγώ" υφίστανται... Τόσο κοντά που το χέρι σου στο στήθος μου είναι το χέρι μου, τόσο κοντά που τα μάτια σου βαραίνουν σα νυστάζω.
[βασισμένο σε μια ακριβής μετάφραση στα Αγγλικά του ποιήματος του Pablo Neruda Soneto XVII]
Μια φορά κι έναν καιρό, ο μεγάλος και περήφανος βασιλιάς της Βασιλείας της Ροζ Ανισόπεδης Συζευκτικής Ένωσης βρεθηκε να ειναι σε τρομερή θέση. κανένας απο τους τρεις χιλιάδες πολίτες της ΒΡΑΣΕ δεν θα ήθελε να είναι στη θέση του. Η ήπειρός του, όλη η έκτασή της και ο πληθυσμός ολόκληρος απειλούνταν απο ολοκληρωτική καταστροφή. Οι προφητείες των αρχαίων σοφών προέβλεπαν την καταστροφή εδώ και εκατονταετίες. "Και εγένετω ύδωρ υφάλμυρον εκ του μηδενός εις κέντρον του κόσμου, και εν μέσω τρομερής ηχούς ως κατάρα τιμωρή υπέπεσεν στις κεφαλές των ασεβών. και ουδείς σκαπούλαρέ την. Παρα μόνο επλύθη η πλάση εκ του κατακλυσμού και ολάκερη η Βασιλεία ανελήφθη εκ κύματος ζεστού, αργώς παρασύροντας στην κάθαρσιν τα πάντα και εις πάντων των αιώνων. Ωιμέ!" ... Όλοι ήξεραν την προφητεία. Μικροί, μεγάλοι, σοφοί και ανόητοι. Κανείς όμως δε φανταζόταν τι σήμαινε.. Με τίποτα δεν συγκρινόταν η τραγωδία που εξελισσόταν επάνω απο τα κεφάλια τους με την έννοια της καταστροφής όπως την φαντάζονταν μέσα απο τα λόγια της προφητείας! Τριαντατέσσερις μέρες απέμεναν πάνω κάτω μέχρι η τεράστια υδάτινη μπάλα πνίξει κάθε ζωντανό οργανισμό του Βασιλείου. Η ταχυτητα με την οποία έπεφτε ήταν απίστευτη. Εδώ και έξι μέρες είχαν εντοπίσει οι σωματονόμοι την αλατονερόμπαλα, οπως την ονόμασαν, και υπολογίζοντας το μέγεθός της κατέληγαν στο εκπληκτικά εξωπραγματικό μέγεθος των εκατόν εβδομήντα μπράαλ, ίσα με το μισό της Βασιλείας τους δηλαδή. Το δε βάρος μιας τέτοιας υδάτινης μπάλας και η κινητική της δύναμη ήταν νούμερα τόσο μεγάλα, που δεν τους έφτανε όσος χρόνος τους απέμενε για να τα υπολογίσουν! Ποιά θλιβερή μοίρα και ποιά τραγική σύμπτωση τους έφερε αντιμέτωπους με αυτή την αργή τραγωδία... Στο βασίλειο επικρατούσε πανικός. Και ήταν απόλυτα λογικό. Όλοι οι σύμβουλοι του Βασιλιά είχαν παραδώσει τα καπέλα τους και έτρεχαν με τα οχτώ τους πόδια να σωθούν. Ο Βασιλιάς ο ίδιος είχε σκεφτεί να μεταμφιεστεί και να παραδοθεί στη μοίρα του ανάμεσα στο πλήθος των αυλικών του, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί, όντας περήφανος Βασιλιάς αυτής της υπέροχης πολιτείας! Το μόνο που έμενε να κάνει, βλέποντας πως δεν υπήρχε τρόπος να αποτρέψει την καταστροφή, ήταν να δώσει μια ελπίδα στους υπηκόους του, έστω και αμφίβολη, έστω και τελευταία. Η αλατονερόμπαλα θα τους έβρισκε με το κεφάλι ψηλά, κι όχι κρυμμένο στις μεγάλες τρύπες στο έδαφος... Διέταξε να συγκεντρωθούν όλες οι βελόνες που υπήρχαν σε κάθε σπιτι. Σε κάθε έναν απο τους τριάντα χιλιάδες πολίτες, μοιράστηκαν έξι κιλά πετονιάς, μια βελόνα και μια ψεύτικη αλυσιδούλα λαιμού με το σύμβολο της πίστης τους.. Το σχέδιο ήταν να ράψουν μια τεράστια πλαστική ασπίδα, ωστε να μπορέσουν να αποκρούσουν την μπάλα υφάλμυρου νερού που πλησίαζε ολοένα και πιό κοντά τους.. Για δέκα μέρες, όλος ο κόσμος έπλεκε και έραβε μεταξύ τους κομμάτια πετονιάς, χωρίς να σκέφτεται ούτε κατα το ελάχιστο την ίδια την πράξη και το ανώφελό της. όταν τελείωσαν τα υλικά, ο Βασιλιάς διέταξε να χτίσουν τεράστια δοκάρια, ωστε να στηρίξουν καλά την ασπίδα και να τους προφυλάξει όσο γίνεται καλύτερα. άλλες δέκα μέρες οι πολίτες έχτιζαν και πάλευαν με τη μοίρα τους ελπίζοντας.. όταν πιά τελείωσαν κι αυτό, ο βασιλιάς τους έβαλε να προσευχηθούν μέχρι να έρθει η μεγάλη ώρα που θα γλίτωναν απο την καταστροφή χάρη στην προνοητικότητά τους και την προσευχή στην Μεγάλη Καστανοπράσινη Δύναμη. Έτσι κι έγινε, δε λεω ψέμματα, αρκεί να σκεφτείτε οτι όλοι έτρεμαν μπροστά στην αδιανόητη δύναμη, την Μια και Μοναδική Αλήθεια.. ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα. Στον ουρανό ακουγόταν η παράξενη δεώδης βοή απο τον ωκεανό που έπεφτε. στη γη δεν ακουγόταν τίποτα. Δεν βουίζει η ελπίδα. Μονάχα εύχεται. σιωπά. κανείς δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. ούτε και τό'θελε κανείς. Μία μόνο εξαιρετικά ελάχιστη κίνηση συνέβη, που κανείς δεν την κατάλαβε. Μήτε και ο ίδιος ο Βασιλιάς, και είναι περίεργο αυτό που σας λέω, αν σκεφτείτε οτι η κίνηση που συνέβη ήταν ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο του Βασιλιά, τη στιγμή που ευχόταν να μην ήξερε τίποτα.. Να είχε μέσα του μια θέση για να χώσει κι αυτός λίγη επλίδα.. Ομως, ήξερε. Τίποτα δεν τους έσωζε. Δευτερόλεπτα τους έμεναν. Και λίγο πριν την καταστροφή, έγιναν δύο τρομερά πράγματα, την ίδια θα έλεγα στιγμή! Το δάκρυ του Βασιλιά κύλισε απο το μάγουλό του και έπεσε ακυβέρνητο προς άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς κανείς να καταλάβει την εξαιρετικά λεπτή σημασία της πορείας του. Ταυτόχρονα σχεδόν, εκατομμύρια αντούγκρας μακριά, το δάκρυ μιας γυναίκας έπεφτε βαρύ και υφάλμυρο απο το μάγουλό της, υποκινούμενο απο τον φόβο της απώλειας -προσέξτε την ειρωνία.. όχι την ίδια την απώλεια.. - ακυβέρνητο προς άγνωστη κατεύθυνση που τύχαινε να είναι το υπέροχο κατα τα άλλα εκείνο σημείο στη βάση του λαιμού που σχηματίζει μια εξαίσια γραμμή καθώς το κόκκαλο εξέχει ηδονικά τεντώνοντας το απαλό της δέρμα, και που για τρεις χιλιάδες ακάρια που κατοικούσαν εκεί το ονομαζόταν -και όχι άδικα- ...Βασιλεία της Ροζ Ανισόπεδης Συζευκτικής Ένωσης.