Παρασκευή, Μαΐου 29

Soneto XVII



I. Cremona, The Red Violin - Joshua Bell, Philharmonia Orchestra


Δε σ'αγαπώ σαν να'σουν ρόδο από αλάτι, τοπάζι
ή η σαϊτα από γαρύφαλα που τη φωτιά σκορπίζει:
Σ'αγαπώ όπως συγκεκριμένα σκοτεινά πράγματα αγαπιούνται,
μυστικά, μεταξυ της σκιάς και της ψυχής.

Σ'αγαπώ σαν το φυτό που δεν ανθίζει
μα κρύβει μέσα του το φως των λουλουδιών του'
και, χάρη στον έρωτά σου, το σκότος του κορμιού μου
στεγάζει το ασφυκτικό άρωμα που ανεδύθη απ'τη γη.

Σε αγαπώ δίχως να ξέρω πως, πότε ή απο που'
σε αγαπώ ξεκάθαρα δίχως προβήματα μήτε και περηφάνια:
σ'αγαπώ έτσι, μη γνωρίζοντας πως να σε αγαπήσω αλλιώς

παρα μόνο μ'αυτόν τον τρόπο όπου ούτε "εσύ" ούτε "εγώ" υφίστανται...
Τόσο κοντά που το χέρι σου στο στήθος μου είναι το χέρι μου,
τόσο κοντά που τα μάτια σου βαραίνουν σα νυστάζω.


[βασισμένο σε μια ακριβής μετάφραση στα Αγγλικά του ποιήματος του Pablo Neruda Soneto XVII]

Παρασκευή, Μαΐου 22

Η τρομερή σύμπτωση.


Μια φορά κι έναν καιρό,
ο μεγάλος και περήφανος βασιλιάς της Βασιλείας της Ροζ Ανισόπεδης Συζευκτικής Ένωσης
βρεθηκε να ειναι σε τρομερή θέση.
κανένας απο τους τρεις χιλιάδες πολίτες της ΒΡΑΣΕ δεν θα ήθελε να είναι στη θέση του.
Η ήπειρός του, όλη η έκτασή της και ο πληθυσμός ολόκληρος απειλούνταν απο ολοκληρωτική καταστροφή.
Οι προφητείες των αρχαίων σοφών προέβλεπαν την καταστροφή εδώ και εκατονταετίες.
"Και εγένετω ύδωρ υφάλμυρον εκ του μηδενός εις κέντρον του κόσμου, και εν μέσω τρομερής ηχούς ως κατάρα τιμωρή υπέπεσεν στις κεφαλές των ασεβών.
και ουδείς σκαπούλαρέ την. Παρα μόνο επλύθη η πλάση εκ του κατακλυσμού και ολάκερη η Βασιλεία ανελήφθη εκ κύματος ζεστού, αργώς παρασύροντας στην κάθαρσιν τα πάντα και εις πάντων των αιώνων. Ωιμέ!"
...
Όλοι ήξεραν την προφητεία.
Μικροί, μεγάλοι, σοφοί και ανόητοι.
Κανείς όμως δε φανταζόταν τι σήμαινε..
Με τίποτα δεν συγκρινόταν η τραγωδία που εξελισσόταν επάνω απο τα κεφάλια τους με την έννοια της καταστροφής όπως την φαντάζονταν μέσα απο τα λόγια της προφητείας!
Τριαντατέσσερις μέρες απέμεναν πάνω κάτω μέχρι η τεράστια υδάτινη μπάλα πνίξει κάθε ζωντανό οργανισμό του Βασιλείου. Η ταχυτητα με την οποία έπεφτε ήταν απίστευτη.
Εδώ και έξι μέρες είχαν εντοπίσει οι σωματονόμοι την αλατονερόμπαλα, οπως την ονόμασαν, και υπολογίζοντας το μέγεθός της κατέληγαν στο εκπληκτικά εξωπραγματικό μέγεθος των εκατόν εβδομήντα μπράαλ, ίσα με το μισό της Βασιλείας τους δηλαδή.
Το δε βάρος μιας τέτοιας υδάτινης μπάλας και η κινητική της δύναμη ήταν νούμερα τόσο μεγάλα, που δεν τους έφτανε όσος χρόνος τους απέμενε για να τα υπολογίσουν!
Ποιά θλιβερή μοίρα και ποιά τραγική σύμπτωση τους έφερε αντιμέτωπους με αυτή την αργή τραγωδία...
Στο βασίλειο επικρατούσε πανικός.
Και ήταν απόλυτα λογικό.
Όλοι οι σύμβουλοι του Βασιλιά είχαν παραδώσει τα καπέλα τους και έτρεχαν με τα οχτώ τους πόδια να σωθούν.
Ο Βασιλιάς ο ίδιος είχε σκεφτεί να μεταμφιεστεί και να παραδοθεί στη μοίρα του ανάμεσα στο πλήθος των αυλικών του, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί, όντας περήφανος Βασιλιάς αυτής της υπέροχης πολιτείας!
Το μόνο που έμενε να κάνει, βλέποντας πως δεν υπήρχε τρόπος να αποτρέψει την καταστροφή, ήταν να δώσει μια ελπίδα στους υπηκόους του, έστω και αμφίβολη, έστω και τελευταία. Η αλατονερόμπαλα θα τους έβρισκε με το κεφάλι ψηλά, κι όχι κρυμμένο στις μεγάλες τρύπες στο έδαφος...
Διέταξε να συγκεντρωθούν όλες οι βελόνες που υπήρχαν σε κάθε σπιτι. Σε κάθε έναν απο τους τριάντα χιλιάδες πολίτες, μοιράστηκαν έξι κιλά πετονιάς, μια βελόνα και μια ψεύτικη αλυσιδούλα λαιμού με το σύμβολο της πίστης τους..
Το σχέδιο ήταν να ράψουν μια τεράστια πλαστική ασπίδα, ωστε να μπορέσουν να αποκρούσουν την μπάλα υφάλμυρου νερού που πλησίαζε ολοένα και πιό κοντά τους..
Για δέκα μέρες, όλος ο κόσμος έπλεκε και έραβε μεταξύ τους κομμάτια πετονιάς, χωρίς να σκέφτεται ούτε κατα το ελάχιστο την ίδια την πράξη και το ανώφελό της.
όταν τελείωσαν τα υλικά, ο Βασιλιάς διέταξε να χτίσουν τεράστια δοκάρια, ωστε να στηρίξουν καλά την ασπίδα και να τους προφυλάξει όσο γίνεται καλύτερα.
άλλες δέκα μέρες οι πολίτες έχτιζαν και πάλευαν με τη μοίρα τους ελπίζοντας..
όταν πιά τελείωσαν κι αυτό, ο βασιλιάς τους έβαλε να προσευχηθούν μέχρι να έρθει η μεγάλη ώρα που θα γλίτωναν απο την καταστροφή χάρη στην προνοητικότητά τους και την προσευχή στην Μεγάλη Καστανοπράσινη Δύναμη.
Έτσι κι έγινε, δε λεω ψέμματα, αρκεί να σκεφτείτε οτι όλοι έτρεμαν μπροστά στην αδιανόητη δύναμη, την Μια και Μοναδική Αλήθεια..
ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα.
Στον ουρανό ακουγόταν η παράξενη δεώδης βοή απο τον ωκεανό που έπεφτε.
στη γη δεν ακουγόταν τίποτα.
Δεν βουίζει η ελπίδα.
Μονάχα εύχεται. σιωπά.
κανείς δεν έκανε την παραμικρή κίνηση.
ούτε και τό'θελε κανείς.
Μία μόνο εξαιρετικά ελάχιστη κίνηση συνέβη, που κανείς δεν την κατάλαβε.
Μήτε και ο ίδιος ο Βασιλιάς, και είναι περίεργο αυτό που σας λέω, αν σκεφτείτε οτι η κίνηση που συνέβη ήταν ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο του Βασιλιά, τη στιγμή που ευχόταν να μην ήξερε τίποτα.. Να είχε μέσα του μια θέση για να χώσει κι αυτός λίγη επλίδα..
Ομως, ήξερε.
Τίποτα δεν τους έσωζε.
Δευτερόλεπτα τους έμεναν.
Και λίγο πριν την καταστροφή, έγιναν δύο τρομερά πράγματα, την ίδια θα έλεγα στιγμή!
Το δάκρυ του Βασιλιά κύλισε απο το μάγουλό του και έπεσε ακυβέρνητο προς άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς κανείς να καταλάβει την εξαιρετικά λεπτή σημασία της πορείας του.
Ταυτόχρονα σχεδόν, εκατομμύρια αντούγκρας μακριά, το δάκρυ μιας γυναίκας έπεφτε βαρύ και υφάλμυρο απο το μάγουλό της, υποκινούμενο απο τον φόβο της απώλειας -προσέξτε την ειρωνία.. όχι την ίδια την απώλεια.. - ακυβέρνητο προς άγνωστη κατεύθυνση που τύχαινε να είναι το υπέροχο κατα τα άλλα εκείνο σημείο στη βάση του λαιμού που σχηματίζει μια εξαίσια γραμμή καθώς το κόκκαλο εξέχει ηδονικά τεντώνοντας το απαλό της δέρμα, και που για τρεις χιλιάδες ακάρια που κατοικούσαν εκεί το ονομαζόταν -και όχι άδικα- ...Βασιλεία της Ροζ Ανισόπεδης Συζευκτικής Ένωσης.

Δευτέρα, Μαΐου 18

Ο γελωτοποιός που έφερε τη βροχή.


εχω δει όλα αυτα τα παραμυθια..

την ωραία κοιμωμένη,
την λαίδη και τον αλήτη,
την πεντάμορφη και το τέρας,
την σταχτοπούτα..

ειναι ολα ωραια παραμυθια..

οχι ομως σαν εκεινο το παραμυθι που μου ειπε μια νεραϊδα, κατω απο το φως του φεγγαριου μια νυχτα μαγικη.

και ναι, ήρθε η ώρα να σου το πω.

Mια φορα κι εναν καιρο, ηταν ενα κοριτσι.. ενα γελαστό κοριτσι με όμορφα μάτια.

Το λέγανε Εριφύλλη.

όλοι την αγαπούσαν, όλοι τη θαυμαζαν για την εξυπνάδα της και την ομορφιά της, κι αυτή πάντα γελαστή, τους αγαπούσε όλους.

Της άρεσε να μαζευει λουλούδια ακουγοντας τα πουλιά να κελαηδουν την άνοιξη,

λατρευε να καθεται στην ακροθαλλασιά και να κοιτάζει το φεγγάρι τα καλοκαιρινά βράδια,

τρελαινόταν οταν έριχνε ο ουρανός χιόνι και γελούσε σαν παιδί παίζοντας με τις νυφάδες που έπεφταν.

Μα πιό πολύ, της άρεσε να βρέχει.

Μόνο τοτε δε γελουσε.

Μόνο τότε κρυβόταν απο όλους και μπερδευε τις σταγόνες με τα δακρυα καμια φορα,

άλλες φορες παλι μελαγχολουσε ή νοσταλγούσε πραγματα που δεν ειχε ζησει καν.

Τα χρόνια περνούσαν και η Εριφύλλη μεγάλωνε και γινόταν ολοένα και πιο ομορφη.

Κάθε χρόνο, άλλαζε. Το ενιωθε. Λες κι εχανε σιγα σιγα την όρασή της,

τα χρωματα του δειλινού λιγο-λιγο χανονταν, τα φωτεινά λουλουδια στους αγρους γινονταν ολοενα και πιο θαμπα,

η θαλασσα απο βαθιά γαλαζια, σπινθιριζουσα και γαλαζοπράσινη στα ρηχά, γινοταν απλά μπλε..

καθε χρόνο λιγόστευαν οι φορές που μαζευε λουλουδια απο τα λιβάδια,

που τραγουδουσε περπατωντας στην ακτή,

που βυθιζόταν στις πανσέληνους του αυγούστου.

Μα κάθε φορά που έβρεχε, δε σταματουσε να μελαγχολεί, να δακρύζει, να επιθυμεί, να θυμαται, να νοσταλγεί πραγματα που ουτε καν είχε ζήσει και να προσμένει, ακουγοντας προσεκτικά τον ηχο της βροχης για ψιθυριστες υποσχέσεις..

Κάθε φορα...

Έτσι το χαμογελο της λιγόστευε χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα, βροχή με τη βροχή.

και κανείς δεν το καταλάβαινε.

Ωσπου ενα πριγκιπόπουλο την ειδε μια μερα βροχερή να κοιτάζει τις σταγόνες υπνωτισμένη, κι ενα δάκρυ να κυλάει στο απαλό προσωπό της..

Το πριγκιπόπουλο την ερωτεύτηκε μεμιας, κι ορκιστηκε μεσα του να κανει την όμορφη Εριφύλλη γελαστή ξανα, και να διώξει τις βροχές απ'τη ζωή της.

Την πήρε στο παλάτι του και παντρευτήκανε. Η Εριφύλλη ηταν πολύ χαρουμενη, πάλι, όπως όταν ηταν παιδί. Στο βασίλειο όλοι την αγαπούσαν και τη θαύμαζαν, κι έλαμπε ολόκληρη απο χαρά.

Ομως κάθε φορά που έβρεχε, τα παράθυρα στο βασίλειο κλείναν, όλα! Εντολή του πρίγκιπα!

στα δωμάτια του παλατιού ακουγόταν χαρούμενη μουσική και οι γελωτοποιοί μαζί με τους μουσικούς κάναν τέτοιο σαματά που ήταν αδύνατον να ακουστεί ο ηχος της βροχης, όσο δυνατη κι αν ηταν..

Στην αρχή ο πρίγκηπας ήταν μαζί της καθε φορά που έβρεχε, και την πρόσεχε και την φρόντιζε με τόση προσοχή, θυμούμενος τον όρκο του, οτι θα πάρει απο τη ζωή της τις βροχές...

πόσο την αγαπούσε αληθεια..

αφού παντρευτήκανε όμως και έγινε βασιλιάς, όλο και λιγότερες φορες ηταν μαζί της και πολύ συχνα ηταν τοσο βυθισμενος στα συμβούλια και τις ακροάσεις, που ουτε καν παρατηρούσε οτι αρχισε να βρεχει....

Οι κλόουν και οι μουσικοί κάποιες φορές χωρις την επίβλεψη του βασιλιά, βαριοντουσαν και δεν κάνανε πολύ σαματα.. και η βροχή αν ήταν δυνατή ακουγόταν όπως έπεφτε στις πέτρινες αυλές του βασιλείου και στα κλειστά παράθυρα..

ο ήχος της, διαπερνούσε τις μονότονες φωνές των γελωτοποιών και τους αδύναμους ήχους της κιθάρας, και έφερνε ίσα με τ'αυτιά της αχνές, ξεχασμένες υποσχέσεις για πράγματα που δεν έζησε..

Ωσπου καποιο δειλινό, μετά απο πολλά χρόνια, οι γελωτοποιοι και οι μουσικοί δεν ηταν εκεί διπλα της όταν άρχισε να βρέχει ξαφνικά καθως έπεφτε το σκοτάδι, κι ούτε κανεις έτρεξε οπως πάντα να κλείσει τα παραθυρόφυλλα μουσκεύοντας ως το κόκκαλο απο την ξαφνική μπόρα..

Η βροχή ηταν εκεί..

Η Εριφύλλη στεκόταν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.

Ο ήχος της βροχής τρυπούσε το κορμί της, τα όνειρά της.

Οι σταγόνες δρόσιζαν το πρόσωπό της καθως έπεφταν και έσκαγαν πανω στους τοίχους και το πρεβάζι του παραθυρου..

Δεν ηταν αυτό ομως που ένιωθε να κυλάει στο μάγουλό της, δεν ήταν οι δροσερές σταγόνες της βροχής. Στο μάγουλό της κυλούσε ύστερα απο πολύ καιρό, ένα ζεστό δάκρυ..

Συγκίνησης..

Η κοπέλα βγήκε στο στενό μπαλκόνι του δωματίου της με μια λαχτάρα να την οδηγεί, και αφέθηκε να κυριεύεται απο τη βροχή, έγινε ένα με τον ήχο της, το σώμα της γινόταν όργανο για τις σταγόνες και οι υποσχέσεις πια δεν εφταναν ως τα αυτιά της, έμπαιναν κατευθείαν στην ψυχή της.

Και τότε η Εριφύλη χαμογέλασε.. ανοιξε ελαφρώς τα χέρια της, σηκωσε το πρόσωπο στον ουρανό κλείνοντας τα μάτια και χαμογέλασε παραδομένη..

όπως τότε που ήταν παιδί, μόνο πιο γεμάτα, πιο ολοκληρωμένα, πιο σίγουρα, σαν να ηταν όλο το κορμι της ενα τεράστιο χαμόγελο ευγνωμοσύνης για την βροχή αυτή, τον κρυφό εραστή της που την έκανε για πρωτη φορά να νιωσει πως είναι δική του..

Απο εκείνη τη νυχτα η Εριφύλλη χαμογελούσε μόνο οταν ακουγε τον ήχο της βροχης να τραγουδάει γι'αυτην.. όταν έβρεχε νύχτα, εβγαινε στο μπαλκόνι της κι αφηνόταν στην υγρή αγκαλιά της βροχής, και το κορμί της γινόταν ένα με τον ρυθμό της.

Και μετα όταν πια η μπόρα ειχε περασει, ..τι ευτυχισμενη ωρα..

Η μυρωδιά της να ειναι το μονο που μπορει να διακοψει την γαληνη στο μυαλό της, και η αισθηση να κραταει για λιγο ακομη το χαμογελο στο προσωπο της, μεχρι να κοιμηθει..

και στα όνειρά της, να πλανιουνται πάντα οι υποσχέσεις για πραγματα που δεν εχει ζησει ακόμη, θολές και αόριστες..

Μιά ηλιόλουστη μερα, ενας ξένος ήρθε στην πόλη τραγουδώντας ενα άγνωστο τραγούδι.

Δεν κρατουσε πραγματα στα χέρια του εκτος απο μια κιθάρα κι ενα δισάκι.

πέρασε απο την πλατεία, πέρασε απο την αγορά, πέρασε και μπροστά απο το παράθυρο του δωματιου της Εριφύλλης τραγουδώντας άλλο ενα παράξενο τραγουδι.

Ήταν ενας γελωτοποιός, κιθαρωδός, που ο δρόμος τον είχε φέρει στο παλάτι, καθως χάθηκε ψαχνοντας μια μακρινή πόλη.

Οι αυλικοί τον άκουγαν καχύποπτοι, δεν τον ειχαν ξαναδεί και ούτε ηξεραν κανένα απο τα τραγούδια που σιγοτραγουδούσε.

Θα ήταν απο μέρη μακρινά.

Τα παράξενα τραγούδια του τους έκαναν να τον κοιτούν περίεργα.

Την ηλιόλουστη εκείνη ημερα, η Εριφύλλη ηταν μελαγχολική, είχε καιρό να χαμογελάσει.

Τα χρώματα της όμορφα λαμπερής χειμωνιάτικης μέρας δεν μπορουσε πια να τα δει.

Τα όμορφα μάτια της αναγνώριζαν μόνο το γκρίζο τοπίο, θαμπό, όπως φαινεται όταν κατακλύζεται απο τις άπειρες σταγόνες της βροχης που πεφτουν, σκοτεινιασμένο απο τα χαμηλά σύννεφα.

όλα τα υπόλοιπα ηταν γι'αυτην πια ασπρόμαυρα, όμορφα μεν, αλλά μελαγχολικά.

Ήταν τυφλή για τη ζωή, για τη ζωή της.

Ο βασιλιάς της πνιγμένος στις υποχρεώσεις του, ισα που θυμοταν πια εκεινη την μέρα που την ερωτεύτηκε.

Κι αυτή η ίδια, ειχε σχεδον ξεχάσει πως ειναι να γελάς μαζεύοντας πολύχρωμα λουλουδια.

Καποια στιγμη ακουσε κατι παραξενο, ακουσε καποιον να τραγουδαει ενα τραγουδι που δεν ειχε ξανακουσει. Μία μελωδία ψιθυρισμένη απο μια άγνωστη ξένη φωνή. ενα όμορφο τραγουδι, που έμπαινε μεσα της με τον τρόπο που τη διαπερνούσε ο ήχος της βροχής. μόνο καπως πιο .. παράξενα.

Γοητευμένη απο τον άγνωστο κι απρόσμενο γητευτή της ψυχής της, πλησιασε στο παραθυρο για να δει ποιος ηταν.

Τη μορφή αυτή δεν την ειχε δει ποτέ της. Ηταν ενας ξένος, ταυτόχρονα ομως, το προσωπο του ηταν τοσο οικειο..Κοιτάζοντας τον ανθρωπο αυτόν, αναπόλησε ατελείωτες όμορφες στιγμές, ρομαντικές, στιγμές αγάπης, αλήθειας και έρωτα, στιγμες που δεν εχει ζήσει καν..

Εμεινε να κοιταζει μαρμαρωμένη, ανίκανη να κουνήσει εστω και τα χείλη της για να προφερει το μονο που θα μπορούσε, ενα επιφωνημα απιστευτης έκπληξης..

Τίποτα.

Εμεινε να κοιτάζει τον ξένο να απομακρύνεται, τα πράγματα γύρω του να αποκτούν ζωηρά και παιχνιδιάρικα χρώματα, λουσμένα απο τον χειμωνιάτικο γενναιόδωρο ήλιο του μεσημεριού και μετα να ξαναγίνονται ασπρόμαυρα καθως η αύρα του ξένου τα αφηνε γυμνά οπως τα βρηκε..

Εμεινε να ακουει το τραγούδι του, να της σπάει ενα ενα τα όνειρα που έκανε τοσα χρόνια, όνειρα γεματα αναμνησεις απο πραγματα που δεν εζησε καν. να θρυμματίζει κομμάτι κομμάτι όλη τη νοσταλγία που ειχε χτίσει γύρω της, σα μια κρυστάλλινη φυλακή απο τον κόσμο.

Εμεινε να παρακολουθεί τα χείλη της να παιρνουν όσο πιο αργα και βασανιστικά γινεται, ενα σχημα που έμοιαζε γιαυτην αδύνατο πια, κατω απο τον λαμπερό ηλιο.

Εμεινε να χαμογελάει ανημπορη να καταλάβει το παραμικρό απο αυτο που της συνέβαινε.

Παγωμένη και ακίνητη, μεχρι που ο ξένος και η συνοδεία των χρωμάτων και της μελωδίας χάθηκαν σε καποια γωνία της αγοράς..

Εκεινο το βράδυ έβρεξε.

Δυνατά, άγρια, απότομα.

Κανείς δεν το περιμενε.

Κανείς δεν ειχε δει καποιο σημαδι, οτι η χειμωνιατικη εκείνη μέρα, που εφερε εναν παράξενο ξένο στην πολη, θα έφερνε μια ξαφνική μπόρα σαν εφευγε.

Εκείνο το βράδυ έβρεξε και η γλυκιά Εριφύλλη χαμογέλασε μουσκεμένη απο τον ξαφνικό ερωτά της, την απρόσμενη μπόρα.

Και καπου μεσα στη νύχτα, ειδε τη γνώριμη φιγούρα του ξένου να στεκεται κατω απο το μπαλκόνι της και να την κοιτάζει χαμογελωντας..

Πως δε λένε, ποιός εισαι, τον ρωτησε με τα καστανοπράσινα όμορφά της μάτια, για να παρει την απάντηση οπως δεν την ειχε φανταστει ποτέ.

"Με λένε Τιμόλαο, Κώνσταντίνο, Πέτρο, Μιχάλη, Δημήτρη, Γρηγόρη.. Με λένε με όλα τα ονόματα, μα για σένα με λένε μόνο με ένα, όπως για κανένα αλλο.

Για σένα με λένε Αγγελο.

Κι έτσι ειμαι.

Να χαμογελάς πάντα, γιατι πάντα θα σε κοιτάζω όταν χαμογελας."

ειπε, και μια αισθηση την έκανε να τιναχτεί καθως αυτό δεν ήταν η βροχή που κυλούσε απαλά στο πρόσωπο της και τα χείλη της.

Αυτό εμοιαζε να ειναι ενα φιλί, το πιο γλυκό φιλί της ζωής της.

...

Εκεινο το βραδυ, η Εριφύλλη ονειρευτηκε πράγματα που δεν ειχε ζήσει καν, ομως τόσο ζωντανα σαν να τα ζούσε εκεινη τη στιγμή.

Και το επόμενο πρωί, όλα ηταν πολύχρωμα. Κι αυτή χαμογελούσε και παλι..

Κυριακή, Μαΐου 17

μοναδικά απλή.

"Μοναδικός δεν είναι να είσαι μονάχα δικός μου, σε μια απατηλή μοναδικότητα, μοναδικός είναι να ξεχωρίζεις από τους άλλους καθώς θα χαρίζεσαι σε μένα."

(Μίκα Δαβαρη από το μυθιστόρημα "που και που... και κάτι άλλο...")

"Καμία μαργαρίτα δεν είναι ίδια με κάποια άλλη.
Γιαυτό μου αρέσουν οι μαργαρίτες.
Είναι τόσο μοναδικές μέσα στην λευκή απλότητά τους.."

(Μία μοναδική γυναίκα, κάποιο ανοιξιάτικο απόγευμα..)



Τρίτη, Μαΐου 12

κόντρα.


Στέκομαι και σε κοιτάζω.
Έχεις σταθεί, κοιτάζοντας.
γυρνας αργά, κόντρα στη ροή του πλήθους που άκαρδα
σε σκουντάει, σαν ποτάμι να περάσει απο πάνω σου,
να σε φθείρει,
να σε πάρει μαζί του,
λάφυρο στη μάχη της ροής, να σε περιέχει και να περιέχεται..
Κοιτάζεις κι αντιστέκεσαι, γενετήσια δύναμη. Αρπροσδιόριστη.
Αν άκουγες το όνομα σου, θα έψαχνες ποιός το φώναξε.
Αν έβλεπες ένα γνωστό πρόσωπο, θα έψαχνες ποιό κομμάτι σου είναι.
Ποιό κομμάτι σου λείπει και περπατάει μπροστά σου.
Αν κάποιος σου έπιανε το χέρι, θα ήταν εκεί τωρα να σου πει το γιατί.
Αν μύριζες ένα άρωμα, κάποιος θα το φορούσε δίπλα σου.
Κάποιος με πρόσωπο.
Με παρελθόν.
Τώρα στέκεσαι και κοιτάζεις μη βλέποντας.
Να δεις τί;
Κόντρα στο πλήθος από ένστικτο.
Που σε χτυπάει, σε βρίζει μεσ'απ τα δόντια του,
ελίσσεται για να σε αποφύγει, όχι όσο χρειάζεται όμως,
στέκομαι και κοιτάζω το μακρόστενο όμικρον που έχει γίνει γύρω σου,
και που προχωράει με τη ροή.
Κι εσύ στη μέση.
Δάκρυ στο τεράστιο μάτι του κόσμου.
Το πλήθος σιγά σιγά σε παρασύρει.
Αφομοιώνεσαι.
Δε βλεπεις. Δεν ακούς και δε μιλας.
Είναι το ποτάμι να τα κάνει όλα αυτά για σένα.
Εσύ μόνο να περιέχεις και να περιέχεσαι.
Λίγο πιο σφιχτά από πριν,
τιμωρία,
που έτσι ξαφνικά πριν λίγο κατάλαβες πως νιώθεις
και σταθηκες σαστισμένη.

Δευτέρα, Μαΐου 11

Με λένε πεπρωμένο...


... Είμαι εκεί πίσω σου και σε σπρώχνω προς την κατευθυνση που θέλω εγω… Δεν είμαι ποτέ μπροστα σου όπως νομίζεις. Πάντα σε ακολουθω. Σε αφήνω να επιλεγεις εσύ την κατευθυνση που θα πάρεις και γω απλά σου ρίχνω στον δρόμο σου τις ευκαιρίες, τις καταστασεις, το γέλιο, το δάκρυ, τον πόνο, το χάδι, ακόμη και τους ανθρώπους που θα στα δώσουν όλα αυτά ή κάποια από αυτα Σου κλείνω το μάτι όταν σου κάνω το χατίρι και σε πάω εκεί που ονειρευτηκες…. Χασκογελάω όταν σου βάζω μικρές τρικλοποδιές που σου δίνουν μαθηματα ζωής. Και καμιά φορα όταν κρίνω ότι σου χρειάζεται, σου δίνω ένα δυνατό χαστούκι για να σε προσγειώσω από κει πάνω που πετας. Είναι για να σε προστατεψω και να μην γκερμοτσακιστεις παρόλο που ξερω ότι πιστευεις το αντίθετο… Και όσο και αν μου γελάς με εκείνα το διάφανο χαμόγελο δεν με με ξεγελάς. Μπορει να με ζαλίζεις λίγο, αλλα δεν σε χάνω από το βλέμμα μου. Δεν χάνω ουτε βημα σου. Είμαι εκεί πίσω σου και πατω στα χνάρια σου επάνω. Ακομη και αν δεν ταιριάζουν τα ιχνη μας, γιατι δεν ξέρω αν στο ‘χω πει αλλα δεν φοράμε ίδιο νουμερο. Εγω έχω μεγαλο πόδι και μεγάλο βημα. Για να τρέχω και να σε φτάνω όταν προσπαθεις να μου ξεφύγεις… Kαι μην ξεχνάς! Μην είσαι πολύ απασχολημένη με τα δάκρυα της δυστυχίας σου, για να μπορείς να δεις την πραγματική ερμηνεία ενός άσχημου γεγονότος…

ain't


i wonder..
i wish..
i worry..
i guess..
i understand..
i wait..
i think..
i remember..
i want..
i know.. but..
ain't no sunshine today..

Σάββατο, Μαΐου 9

εσύ. εγώ.


γραμμές και σχήματα.
και γράμματα. και λέξεις.
ήχοι σημάδια και σκιές,
χρώματα, σκέψεις,
κι εκεί για μάτια δυο καράβια.
έτσι παλιά. πειρατικά.
ίσα που αντέχεις
στη στεριά.
Ίσα που αντέχεις.
Χούφτες σφιγμένες.
Μια πληγή κρατάς.
Κι άμα τη δείξεις θα χαθούνε
όλες οι θάλασσες.
Με μιάς.
και τη γυρνάς ανάποδα και τη φοράς χαμόγελο.
κι όλος ο κόσμος βλακωδώς να σου γελάει πίσω.
και νιώθεις κλόουν.
και νιώθεις κλόουν..
Άσπρο και μαύρο νιώθεις.
Μια χαραμάδα και γλιστράς εξω απ'τον κόσμο.
κι έχεις για χείλη μία λέξη.
απο το άλφα ως τ' ωμέγα.
και την πληγή σου ξεκολάς κι έχεις χαμόγελο.
γίνεται η λέξη πιο πλατιά όπως χαμογελάς.
έξω απ'τον κόσμο στροβιλίζεσαι.
Δες!
Κοίτα!
Χρώματα..

Τρίτη, Μαΐου 5

κρυφοκοιτωντας



"μ'ενα χαμόγελο τα σύννεφα σκορπίζεις.."

Δευτέρα, Μαΐου 4

Ελευθερια


Ελευθερια ειναι να ανοιγω τα χερια μου στην βροχη, το προσωπο μου να γελαει και να μουσκευω μεχρι το κοκκαλο.
Ελευθερια ειναι να αφηνω το μυαλο μου να σκεφτει ο,τι απαγορευεται.
Ελευθερια ειναι να κοιταω κάποιον μεσα στα ματια, να ζαλίζομαι απο την λάμψη τους και να μην ντρεπομαι γι' αυτο.
Ελευθερια ειναι να αγαπαω χωρις ορια. Χωρίς πρεπει. Χωρίς γιατι.
Ελευθερια ειναι να με αφηνεις να ονειροπολω χωρις να με συγκρατεις.
Ελευθερια ειναι να μη με διορθωνεις οταν ξερεις οτι θα κανω λαθος.
Ελευθερια ειναι να μπορω να στεκομαι στον γκρεμο γιατι νιωθω οτι εισαι πισω μου και θα με σωσεις.
Ελευθερια ειναι να τρεχω με το αμαξι για να ερθω εκει που εισαι.
Ελευθερια ειναι να κολυμπαω στην θαλασσα οταν βρεχει.
Ελευθερια ειναι να μην εχω τυψεις. Για κανεναν. Για τιποτα.
Ελευθερια ειναι σου γελαω με όλη την δυναμη της φωνής μου.
Ελευθερια ειναι να κλαιω με ολη την δυναμη της ψυχης μου.
Ελευθερια ειναι να κοιταω ψηλα και να βλεπω εσενα.
Ελευθερια ειναι να βλεπω παντου εσενα...

Στιγμές.


Ένα απλό λουλούδι μπορει να προκαλέσει ενα απλό χαμόγελο
Ένα όμορφο λουλούδι, μπορεί να προκαλέσει ενα όμορφο χαμόγελο
Εσυ ομως, δεν εχεις κανόνες
Επειδή ξέρω πως όποιο λουλούδι κι αν σου στείλω, ακόμη και το πιο συνηθισμένο,
Θα προκαλέσω το δικό σου χαμόγελο.
Που πάντα είναι το ομορφότερο..
:)

Κυριακή, Μαΐου 3

Αλλιώς.

να τελειωσει μια μερα ομορφα..

να τελειωσει μια μερα..

να τελειωσει..

....

οχι.

δε μου αρεσει.

αχ, μονο να μπορουσα να αλλαξω αυτα που δε μου αρεσουν!

καποιος μου ειπε οτι μπορω, αλλα δεν τον πιστεψα.

ισως ειναι καιρος να προσπαθησω.

....


να τελειωσει μια μερα ομορφα..

μια μερα ομορφα..

ομορφα..