Δευτέρα, Αυγούστου 31

γεια.. φιλια..

θα φυγεις ε;
πηγαινε.
χορτασαμε.
θα ερθεις παλι;
ξεχναμε ευκολα.
και συ και γω.
και παλι πεθυμιομαστε σαν παιδια μαλωμενα το απογευμα,
που την επομενη μερα ξανα μαζι ξανα παιζουν τα ιδια παιχνιδια.
θα φυγεις; πηγαινε..
ενα νανουρισμα πες μου μοναχα.
να κοιμηθω να μη σε δω να φευγεις.
οχι οχι
οχι εκεινο που ελεγε ο ασιμος στην κορη του,
δε σου ταιριαζει αυτο.
εσυ δε μαραινεσαι.
και γω ουτε που το χω σκοπο.
εγω ν'ακοιξω τα φτερα μου θελω,
και μαζι σου να πεταξω μια μερα
να μου δειξεις ολα τα χρωματα του κοσμου.
και ως εκεινη η μερα να ρθει, να μη φοβαμαι τιποτα.
τιποτα να μη φοβαμαι.
αυτο, μπορεις;
να μην κλαιω που φευγεις.
αυτο, μπορεις;
να ρθω μαζι σου ειπες;
τωρα;
δεν μπορω.
εχω τα ρουχα στο μπαλκονι απλωμενα.
να τα μαζεψω.
α, και την ασφαλεια του αυτοκινητου αυριο.
πηγαινε εσυ.
στο γυρο του κοσμου.
στον ουρανο ανοιξε τα φτερα σου τραγουδωντας.
και πετα.
ενα νανουρισμα πες μου μονο, να μη φοβαμαι τον χειμωνα που θαρθει.
γεια.
παντα ερχεσαι ξανα.
σ'ευχαριστω που ησουν, σ'ευχαριστω που θα'σαι.
και πιο πολυ σ'ευχαριστω γι'αυτο που μου φερες.
πες το μου να τ'ακουσω.
θα'ρθεις παλι;
κι ενα νανουρισμα..
ισα που προλαβαινεις καλοκαιρι μου..
σαν κι αυτο..

Παρασκευή, Αυγούστου 28

Ας ερχοσουν για λιγο και ας χανοσουν μετα...

Ξερεις ποσες φορες το εχω αναρωτηθει αυτο?
Αυτο θελω?
Μονο μια στιγμη?
Μια στιγμη... η στιγμη που περνα και χανεται...
Μια στιγμη που σου αλλαζει ολη την ζωη.
Και μενεις μετα να κοιτας πισω και να γεμιζουν τα ματια σου δακρυα απο χαρα που την εζησες και απο πονο που τελειωσε.
Και οσο και αν απο τον πονο λες καλυτερα να μην το ζουσα ποτε, ευχαριστεις τον θεο που γευτηκες μια σταλα απο ευτυχια...
H καρδια σου ματωνει... "μια στιγμη, να γυρνουσε ο χρονος πισω... μια στιγμη, στο λεπτο πριν σ'αγαπησω... μια στιγμη, να χει λογο η ζωη"
Και μετα... μετα... ξεχνας τον πονο.
Και μενει η αλμυρα της αναμνησης στα χειλια και η γλυκα της γευσης στην καρδια...

Να κατι που ήθελα και δεν με ρωτησες ποτε... "ποια ηταν η πιο ομορφη στιγμη της ζωη σου...?"

Τετάρτη, Αυγούστου 26

να ζω..

ξερω να διηγουμαι.
εχω αναμνησεις.
ητανε μια φορα θυμαμαι, που ταξιδεψα χαραματα μ'ενα λουλουδι για παρεα, ενα λουλουδι ομορφο, κλεμμενο.. κι υστερα το αφησα στη θεση του.
ξερω και να ονειρευομαι.
και φαντασια εχω.
να ειναι ηλιοβασιλεμα, διπλα στη θαλασσα, με παγωτα φραουλα στο ενα χερι και τ'αλλα κρατημενα μεταξυ τους.
και ουτε λογια.
φραουλα γευση μονο στ'ονειρο.
ξερω να διηγουμαι, ξερω και να ονειρευομαι λοιπον.
να ζω, αραγε, ξερω;

Τρίτη, Αυγούστου 25

η θαλασσα και το συννεφακι

ενα συννεφακι ειμαι μονο.
μια μερα ειδα μια γυναικα να με δειχνει στο παιδι της και να λεει
"κοιτα, τι χαριτωμενο!" ετσι, χωρις κανενα λογο!
και χωρις κανενα λογο κι εγω, μαζευτηκα λιγο.
μια μερα ενας αλλος κυριος που βολταριζε στην παραλια με αγριοκοιταξε.
δεν εχω βροχη.. καλα καλα σκια δεν κανω.
κι ομως, με αγριοκοιταξε σου λεω..
κι απο το φοβο μου κανοντας να αλλαξω πορεια, εχασα μια τουφιτσα.
ενα απογευμα περασε μεσα μου ενα αεροπλανο της γραμμης θεσσαλονικη-αθηνα-βελιγραδι.
δεν εχω παει ποτε στο βελιγραδι. νομιζω πως ουτε θα το θελα.
και ουτε που ηθελα να μαζευω τα κομματια μου για μερες μετα.
παρ'ολα αυτα αυτο με διελυσε.
ενα κομματι μου ακομα δεν το βρηκα.
μια αλλη βραδια καλοκαιριατικη επιασε μπορα αποτομη!
μεχρι που να το καταλαβω και να τρεξω ειχα γινει μουσκεμα.
μαζεψα αρκετα στο πλυσιμο, στενεψα.
ενα μικρο συννεφακι ειμαι.
μικροτερο. μικροτερο.
ουτε να παω θελω πουθενα, ουτε να αγριευομαι ουτε και να γελουν μαζι μου.
μονο να λιαζομαι τα καλοκαιρια κατω απ τον ηλιο θελω και να κοιτω τη θαλασσα.
την αγαπω τη θαλασσα μα δεν της το χω πει ποτε, φοβαμαι μη με κοροιδεψει.
θυμαμαι ενα απογευμα, που μπηκα κατω απ'τον ηλιο και βολταριζα ανεμελα,
στραβωθηκα λιγακι και κατω κοιταξα για να ξεστραβωθω.
ειδα μια γυναικα να με σημαδευει για να με βγαλει μια φωτογραφια.
εμενα, το μικρουλι συννεφακι!
ουτε που το καταλαβα πως φουσκωσα περηφανο,
ουτε που το καταλαβα οτι ομορφυνα και τις ηλιαχτιδες αντανακλουσα,
και ουτε που το πιστευα
για μια στιγμη οτι με κοιταξε κι η θαλασσα μου ακομη!

Κυριακή, Αυγούστου 23

μετά το ύστερα



κι ύστερα ήθελα να σ'άγγιζα..
απ'τα χιλιάδες πράγματα που είσαι να είχα αυτό το ένα,
τόσο μικρό και τόσο ανείπωτα μεγάλο
να ξεχειλησει την ψυχή μου.
να μη σε δω, μάτια κλειστά, να σε αγγίξω μόνο,
υπνοβατώντας σχεδον.
σε ξυλοπόδαρα.
σ'ενα ποταμι ορμητικό
με πέτρες στο βυθό,
ισορροπώντας 
όπως μου έμαθες να κάνω.
κι ύστερα ήθελα να σου΄πιανα το χέρι,
και να μετρήσω τα δάχτυλά σου με τα δικά μου, 

ένα, δύο, 
σαν τον τυφλό που ακουμπάει την θαυματουργή εικόνα,

τρία, τέσσερα,
σαν λαβωμένος ιππότης που ξαναβρίσκει το σπαθί του,

πέντε, το πιο μικρό,
ερωτευμένα δεκαεννιάχρονα στη σκιά της ακρόπολης.


κι υστερα σ'ειδα..

μα δε σε αγγιξα..

Παρασκευή, Αυγούστου 21

...





θα'ρθεις πισω;
ελα..
θελω..

ομορφες κουβεντες..




απο εκεινη την κουβεντα,
δυο πραγματα αναβλυζουν.
εμπειρια, και προστατευτικοτητα.
και αλλα τοσα λειπουν..
ερωτας και ονειρο
μα αυτο ειναι που δεν καταλαβαιεις και συ.
οτι γνωριζω. εχω ζησει. την εμπειρια την εχω. ξερω απο πονο.
δεν θελω να τον πιστευω ομως.
θελω να "ονειρευομαι" γιατι πολύ απλα,
ξερω την αληθεια.
μπορει να ζησει ενα μωρο χωρις χαδι? οχι. καποια στιγμη σταματαει αυτο ομως.
δεν ειναι επ' αοριστον.
τι δεν χρειαζεσαι πια,
η τι φοβασαι οτι θα σταματησει;
η ικανοτητα σου να πετας;
αυτο δεν σταματαει ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΟΜΩΣ!!!!
δεν θελω.
αν ηθελα θα το ειχα σταματησει
αλλα ειμαι εγω!
ετσι απλα!
ει εσυ!
:)
ναι?
φου!
:D

Παρασκευή, Αυγούστου 7

βράχηκες λουλουδάκι;..





.. δεν το'θελα!

:)

Το χρώμα του φεγγαριού


– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.Δεν άκουσες;Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;

– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.

– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.

– Τί χρώμα έχει η χαρά;

– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.

– Και η μοναξιά;

– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;

– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.

– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;

– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.

– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …

Ζω…

– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;

– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!

Συγχωρώ!

– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!

Ελπίζω!

– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;

– Aύριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;

Ποιός είναι ο δυνατός;

– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.

– Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή,μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.

Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:

– Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».

Ονειρεύονται… και ελπίζουν…

– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.

– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.

– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.

– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.

– Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!

Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…

– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…


 Αλκυόνη Παπαδάκη

2019

2019.

απανταει ξανα σε μια φανταστικη ερωτηση, που του ειχε κανει μια μυστηριωδης γυναικα, ξυπνωντας στις αναμνησεις του..Θυμαται τα πάθη του. μετανοιωνει που καποια απο αυτα δεν τα πραγματοποιησε. Κρυμμενος πισω απο την κουρτινα της ρουτινας και της καθημερινοτητας, βυθισμενος στην ανετη και χωρις άγχη ζωη -που παλιοτερα φαινοταν τοσο μακρινη..- σκεφτεται οτι θα μπορουσε να υποχωρησει σε καποια πείσματα της λογικής του, να κυνηγησει, να αφεθει, να ζησει, και να ξανακρυφτει πισω στο καβουκι του. θυμαται, μονο θυμαται. θυμαται, ανακαλεί ανεξίτηλα γραμμενα και καταχωνιασμενα κομματια της μνημης του, μια φωτογραφία απο ένα ηλιόλουστο μεσημερι στην παραλια, αμυδρά μια άλλη φωτογραφια απο ενα φεγγαρι που ζωγραφιζει μια γραμμη, θυμαται ενα σκιτσο μιας γυναικας, φυσαει τη σκονη απο καποια κομματια της μνημης του που τοτε δεν ειχαν γραφτει ακομη, μοιαζουν και τωρα ολοκαίνουρια.. στέκεται μπροστά στο μεγάλο παραθυρο του σπιτιου του και ερχεται απο το πουθενα η εικονα μιας τεραστιας καφε άδειας πολυθρονας και διπλα της στο μισοσκόταδο το ένα μπράτσο μιας δευτερης, και υστερα σκοτάδι.. 


πάνω στο τζάμι, αντανακλάται αμυδρά η εικόνα του. στο προσωπο του ξεχωριζει ενα χαμογελο και οι ρυτιδες διπλα στα ματια του..

νοσταλγεί..

Τρίτη, Αυγούστου 4

διαφανα ονειρα..

λεω να ερθω μια βολτα απο κει.
θα κοιμασαι λες;
δεν πειραζει..
ειναι πολλα τα λουλουδια που σου χρωσταω.
στο ονειρο σου θα σου στρωσω ροδοπεταλα,
κι ενα μεγαλο καταλευκο λουλουδι
στα χερια σου θα ακουμπησω.
κι υστερα ως το πρωι
θα περιμενω
για το μονο νομισμα που ξερω να πληρωνομαι απο σενα,
μεχρι στα χειλη σου να σχηματιστει.
σαν μια αιωρα,
κατω απ το αυγουστιατικο φεγγαρι.