Σαμαρόπετρα.
Μαυρομπορντώ.
Πεπρωμένο.
Σπαστικό γέλιο.
Κότσιρας.
Σουρτουκέψεις.
Πανσέληνος.
Σκαλάκια.
Θεόμουρλε.
Ψάλλω.
Κενά.
Ζακέτα.
Λαμαρίνα.
Γιαγιάκα.
Καραγκιοζάκι.
Σονάτα.
Στικάκι.
Παραμύθι.
Κουκούτσια.
Αφή.
Εισητήριο.
Πενταήμερη.
Καμπανούλες.
Σαρανταένα.
Ποδήλατο.
Χριστίνα.
Αγριολούλουδο.
Μέλισσα.
Σουτζουκάκια.
Αμηχανία.
Σκράπας.
Ξανθά.
Χωρίζουμε.
Κοκκαλάκι.
Γιορτή.
Μωβάκι.
Ρεκόρ.
Πουλάκι.
Βλέπεις.
Ζωγράφισες.
Κούπα.
Πάρκινσον.
Στοίχημα.
Χαχαχαχαχαχαχα.
ΣΤΙΓΜΕΣ.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28
παζλ

Σπασμένα σύννεφα μισά
στον καταγάλανο ουρανό
χαζεύεις
Σε μια εικόνα τα κολλάς
και κομματάκια απ'το παζλ
μαζεύεις
και δε σου βγαίνει.
Αλυσιδίτσα στο λαιμό
χρυσή, σου το'πα από καιρό,
με πνίγεις
Το σταυρουδάκι μου φιλάς
την αλυσίδα μου τη σπας.
κι αν φευγεις,
το αρωμα σου μενει.
και κατι λειπει συνεχως.
στο συννεφο σου ενα "πως",
ρωταει.
και στο λαιμο μου τον γυμνο
ενα σημαδι εχω μικρο
μα οταν εισαι,
δεν ποναει.
αλυσιδακι στο λαιμο
σε παιρνω, σε φοραω.
και μου γελας και τραγουδαω.
στο συννεφο στον ουρανο,
το κομματακι το μικρο
που λειπει, ξερεις, το κραταω.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 26
αισθησεις..
να γευεσαι διχως να αισθανεσαι, δεν ειναι ψευτικο;
να οσμιζεσαι χωρις να γευεσαι, δεν ειναι τυρρανικο;
να αγγιζεις και να μην μυριζεις, δεν ειναι αφελές;
να βλεπεις και να μην αγγιζεις, δεν ειναι ανοητο;
να ακους χωρις να βλεπεις, δεν ειναι μισο;
να σκεφτεσαι διχως να ακους, δεν ειναι λειψό;
να αισθανεσαι μονο με τη σκεψη, τι ειναι;
να ειναι ενα λειψο μισο ανοητο αφελες τυραννικο ψεμα;
...ή μηπως να'ναι η αγαπη;
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 21
Ο χτύπος που έχασε η καρδιά μου...

Εχεις αναρωτηθει ποτε πως ειναι να "εκτίθεσαι"?
Να εκ θετεις την εικόνα σου, τον εαυτο σου, την ψυχη σου και τα συναισθηματα σου.
Να απογυμνώνεσαι απο κάθε συναίσθημα που βγαίνει προς τα έξω.
Να ζωγραφίζεις στο πρόσωπο σου, όλα τα "νιωθω" της καθε στιγμης.
Ετσι κάπως είναι η μορφη ενος ανθρωπου οταν αγγιζει. Βγάζει τα νιωθω του - άθελα του - στο προσωπο του.
Αγγίζω - νιωθω - καθρεφτιζεται.
Πολλές φορες στο ενδιάμεσο "νιώθω", αισθάνεσαι τοσα πολλα συναισθηματα που το μυαλο δεν προλαβαίνει να τα καταγραψει στο πρόσωπο. Και βρίσκει εναλλακτικη διαδρομη στην καρδιά. Εκείνη τη μοναδικη στιγμή η καρδιά χάνει ένα χτυπο πριν αρχισει να χτυπάει σαν τρελλή.
Βάζω στοίχημα οτι αν είχα την δυνατότητα να έβλεπα το προσωπο σου όταν αγγιξες τον τοίχο μου θα διέκρινα όσα δεν θα είχες την φωνή να μου πεις.
Και αν ακουμπουσα και τον σφυγμο σου, θα ενιωθα την μικρη εκεινη παυση πριν αρχισει να τρελαίνεται.
Οπως έγινε στην παραλία οταν αντιλήφθηκα την παρουσια σου. Ή οταν καταλαθος σε ακουμπησα. Ή οταν αντιλήφθηκα οτι με κοιτας.
Παγωσε το πρόσωπο μου και η καρδια μου εχασε ενα χτυπο...
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11
η κληματαρια
δεν τρωω σταφυλια, δε μου αρεσουν πολύ.
μονο μια φορα καθε χρονο, οταν βρισκομαι στο χωριο μου τετοια εποχη,
ανεβαινω τις εξωτερικες παλιες σκαλες που οδηγουν στον πανω οροφο και στο μακρυ μακροστενο μπαλκονι που καλυπτει απο τρεις πλευρες περιμετρικα το σπιτι.
ανεβαινοντας, στην ακρη και στην αρχη αριστερα απο τα σκαλοπατια, εχει τις ριζες της μια κληματαρια. τα καγκελα που στεκουν διπλα στα σκαλοπατια ειναι ενα πια με τον κορμο της, τα φυλλα της και τους καρπους της. ειναι αδυνατον να βαφουν, ή να ξεχωριστουν για να αλλαχτουν καποια στιγμη. για να ανεβεις στον πανω οροφο πρεπει να περασεις κατω, διπλα και σχεδον μεσα της.
η κληματαρια στη συνεχεια σκαρφαλωνει, κρατιεται απο απιθανα φυσικα και μη σημεια και υπαρχει παντου. κρεμεται απο την σκεπη, σε ολο το μηκος του μπαλκονιου, σε ολες τις πλευρες του σπιτιου που υπαρχει μπαλκονι. απο την οροφη μεχρι τα καγκελα, δεν υπαρχει σημειο πανω απο πεντε τετραγωνικα εκατοστα που να μην περιεχει κατι απο αυτην.
και ειναι κατι που συμβαινει μια φορα μονο στα μεσα φθινοπωρου οταν βρισκομαι εκει. με παρασερνει.
ξεχναω γιατι πηγα εκει και ανεβαινω τα σκαλοπατια θαυμαζοντας την.
αυτη την εποχη ακριβως ειναι γεματη καρπους. ωριμαζει οψιμα. τελευταια απο ολες.
οταν ημουν μικρος στο χωριο και τρωγαμε σταφυλια, σημαινε οτι το καλοκαιρι τελειωσε.
τωρα, χρονια αφοτου εχω φυγει απο εκεινο το σπιτι, λες και με πεθυμησε με τραβαει για να μου δειξει οτι και φετος ειναι εκει, μεγαλυτερη και πιο ομορφη ακομη.
ανεβαινω στο μπαλκονι και ξεχνιεμαι, κοιταζω, τσιμπολογαω μια ρωγα απο εδω, μια απο εκει, τις καλυτερες που εχει να μου δωσει, χαζευω τα χρωματα -πρασινο εντονο, πρασινο χλωμο πιτσιλιασμενο, καφε απο τα ξεραμενα φυλλα και τα τσαμπια που εχουν ρουφηξει οι μελισσες και τα πουλια, και τα σχηματα του κορμου της, του περιεργου αυτου φιδισιου της κορμου που κουβαλαει το νερο για δεκαδες μετρα μεχρι να θρεψει και το τελευταιο της τσαμπι, αδιαμαρτυρητα, σιωπηλα, φυλακας του σπιτιου και των αναμνησεων μου, και το φως παντου αναμεσα της, θα'λεγα μεσα της..
ανεβαινω στο μπαλκονι και θαυμαζω την υπομονη της και το πεισμα της να καλυψει τα παντα.
μετα ξαναθυμαμαι και παω να κατεβω αλλα με τραβαει, μου λεει μεινε λιγο ακομη, δες με ξανα μηπως και ειναι κατι που δεν ειδες, να, φαε λιγο απο δω..
καθε φθινοπωρο τα τελευταια χρονια, αυτο μου συμβαινει μια και μονο φορα.
τις υπολοιπες φορες ειτε τη βλεπω γυμνη το χειμωνα και καφε, να κοιμαται, ειτε να πρασινιζει αυτο το διαφανο και νεογεννητο πρασινο, το καθαρο που εχουν τα φυτα οταν γεννιουνται και νιωθω οτι απλα περιμενουμε κι οι δυο να ερθει εκεινη η ωρα που ωριμη πια θα με τραβηξει απο το χερι για μια καινουρια μεγαλυτερη φορα.
αυτη η κληματαρια ειναι μεγαλυτερη απο μενα σε ηλικια.
πολύ μεγαλυτερη.
ειναι συνδεδεμενη με το σπιτι αυτο σε τετοιο βαθμο, που το σπιτι χωρις αυτην ειναι ενα ξενο σπιτι. και το αντιθετο.
δεν ξερω αν εχει κατι ακομη τοσο δυνατο αυτο το σπιτι που να με τραβαει εκει.
καποια στιγμη με ονειρευομαι να ζω εκει, να διαμορφωνω την τεραστια αυλη του οπως θελω, απαλλαγμενη απο τους τονους παλιοσιδερα, τα τραχτερ και τα θλιβερα μηχανηματα που μονο ξερουν να μετρουν τον καιρο, και να γεμισω τον τοπο πρασινο, δεντρα ετοιμα γιατι δε θα χω το χρονο να τα περιμενω να μεγαλωσουν ως εκει που θελω, ψηλο και πρασινο φραχτη απο πυκνα αναρριχωμενα φυτα, κουνελια και γατες, μια μικρη λιμνουλα, και το μπαλκονι οπως και να χει, με τα ιδια ακριβως μισοσκουριασμενα καγκελα. για παντα.
α! και μια μαυρη πορσε στο στεγαστρο που θα ειναι γεματο με λουλουδια.
αυτο ειναι το μεγαλυτερο ονειρο μου. μαλλον και το μοναδικο.
οριστε.
παρε μια σταλια να το γευτεις αν θες.
ελα, σ'αφηνω..
προσεχε ομως, γιατι εχει κατι μεγαλα κουκουτσια. και λιγο σκληρη φλουδα.
ομως ειναι τα μονα σταφυλια που μου αρεσουν. ετσι. απο εκει. οπως τα βλεπεις. οχι τσαμπια κομμενα σ'ενα κασονακι..
:)




μονο μια φορα καθε χρονο, οταν βρισκομαι στο χωριο μου τετοια εποχη,
ανεβαινω τις εξωτερικες παλιες σκαλες που οδηγουν στον πανω οροφο και στο μακρυ μακροστενο μπαλκονι που καλυπτει απο τρεις πλευρες περιμετρικα το σπιτι.
ανεβαινοντας, στην ακρη και στην αρχη αριστερα απο τα σκαλοπατια, εχει τις ριζες της μια κληματαρια. τα καγκελα που στεκουν διπλα στα σκαλοπατια ειναι ενα πια με τον κορμο της, τα φυλλα της και τους καρπους της. ειναι αδυνατον να βαφουν, ή να ξεχωριστουν για να αλλαχτουν καποια στιγμη. για να ανεβεις στον πανω οροφο πρεπει να περασεις κατω, διπλα και σχεδον μεσα της.
η κληματαρια στη συνεχεια σκαρφαλωνει, κρατιεται απο απιθανα φυσικα και μη σημεια και υπαρχει παντου. κρεμεται απο την σκεπη, σε ολο το μηκος του μπαλκονιου, σε ολες τις πλευρες του σπιτιου που υπαρχει μπαλκονι. απο την οροφη μεχρι τα καγκελα, δεν υπαρχει σημειο πανω απο πεντε τετραγωνικα εκατοστα που να μην περιεχει κατι απο αυτην.
και ειναι κατι που συμβαινει μια φορα μονο στα μεσα φθινοπωρου οταν βρισκομαι εκει. με παρασερνει.
ξεχναω γιατι πηγα εκει και ανεβαινω τα σκαλοπατια θαυμαζοντας την.
αυτη την εποχη ακριβως ειναι γεματη καρπους. ωριμαζει οψιμα. τελευταια απο ολες.
οταν ημουν μικρος στο χωριο και τρωγαμε σταφυλια, σημαινε οτι το καλοκαιρι τελειωσε.
τωρα, χρονια αφοτου εχω φυγει απο εκεινο το σπιτι, λες και με πεθυμησε με τραβαει για να μου δειξει οτι και φετος ειναι εκει, μεγαλυτερη και πιο ομορφη ακομη.
ανεβαινω στο μπαλκονι και ξεχνιεμαι, κοιταζω, τσιμπολογαω μια ρωγα απο εδω, μια απο εκει, τις καλυτερες που εχει να μου δωσει, χαζευω τα χρωματα -πρασινο εντονο, πρασινο χλωμο πιτσιλιασμενο, καφε απο τα ξεραμενα φυλλα και τα τσαμπια που εχουν ρουφηξει οι μελισσες και τα πουλια, και τα σχηματα του κορμου της, του περιεργου αυτου φιδισιου της κορμου που κουβαλαει το νερο για δεκαδες μετρα μεχρι να θρεψει και το τελευταιο της τσαμπι, αδιαμαρτυρητα, σιωπηλα, φυλακας του σπιτιου και των αναμνησεων μου, και το φως παντου αναμεσα της, θα'λεγα μεσα της..
ανεβαινω στο μπαλκονι και θαυμαζω την υπομονη της και το πεισμα της να καλυψει τα παντα.
μετα ξαναθυμαμαι και παω να κατεβω αλλα με τραβαει, μου λεει μεινε λιγο ακομη, δες με ξανα μηπως και ειναι κατι που δεν ειδες, να, φαε λιγο απο δω..
καθε φθινοπωρο τα τελευταια χρονια, αυτο μου συμβαινει μια και μονο φορα.
τις υπολοιπες φορες ειτε τη βλεπω γυμνη το χειμωνα και καφε, να κοιμαται, ειτε να πρασινιζει αυτο το διαφανο και νεογεννητο πρασινο, το καθαρο που εχουν τα φυτα οταν γεννιουνται και νιωθω οτι απλα περιμενουμε κι οι δυο να ερθει εκεινη η ωρα που ωριμη πια θα με τραβηξει απο το χερι για μια καινουρια μεγαλυτερη φορα.
αυτη η κληματαρια ειναι μεγαλυτερη απο μενα σε ηλικια.
πολύ μεγαλυτερη.
ειναι συνδεδεμενη με το σπιτι αυτο σε τετοιο βαθμο, που το σπιτι χωρις αυτην ειναι ενα ξενο σπιτι. και το αντιθετο.
δεν ξερω αν εχει κατι ακομη τοσο δυνατο αυτο το σπιτι που να με τραβαει εκει.
καποια στιγμη με ονειρευομαι να ζω εκει, να διαμορφωνω την τεραστια αυλη του οπως θελω, απαλλαγμενη απο τους τονους παλιοσιδερα, τα τραχτερ και τα θλιβερα μηχανηματα που μονο ξερουν να μετρουν τον καιρο, και να γεμισω τον τοπο πρασινο, δεντρα ετοιμα γιατι δε θα χω το χρονο να τα περιμενω να μεγαλωσουν ως εκει που θελω, ψηλο και πρασινο φραχτη απο πυκνα αναρριχωμενα φυτα, κουνελια και γατες, μια μικρη λιμνουλα, και το μπαλκονι οπως και να χει, με τα ιδια ακριβως μισοσκουριασμενα καγκελα. για παντα.
α! και μια μαυρη πορσε στο στεγαστρο που θα ειναι γεματο με λουλουδια.
αυτο ειναι το μεγαλυτερο ονειρο μου. μαλλον και το μοναδικο.
οριστε.
παρε μια σταλια να το γευτεις αν θες.
ελα, σ'αφηνω..
προσεχε ομως, γιατι εχει κατι μεγαλα κουκουτσια. και λιγο σκληρη φλουδα.
ομως ειναι τα μονα σταφυλια που μου αρεσουν. ετσι. απο εκει. οπως τα βλεπεις. οχι τσαμπια κομμενα σ'ενα κασονακι..
:)
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 7
Μια φορα και εναν καιρο...

Βροχη.
Δυνατη τόσο ώστε να σε κανει να τρεξεις να καλυφθεις. Μα γιατι τρεχουν οι ανθρωποι όταν βρεχει? Η βροχη είναι σαν αφεση αμαρτιων. Σαν εξαγνίαση της ψυχης. Σαν λευκό διορθωτικο που το περνας πανω από τα λαθη σου και τα ξεχνας.
Βροχή.
Ασταμάτητη τόσο ώστε να σε κανει να σταθεις μπροστα στο βρεγμένο τζαμι και να παρατηρησεις την υγρασια. Να αναπνευσεις βαθεια την μυρωδια της και ας εισαι μεσα. Να απορεις με την ενταση του συναισθηματος που σου δημιουργει και με τις αναμνησεις που σου φερνει. Τότε που καθοσουν… και τότε που εφτιαχνες…. και όταν… όλα ήταν αγαπη. Σε εκεινα τα μαγικες στιγμες που όλα είχαν τόσο αθωο νόημα, όσο και το βλέμμα σου κοιτωντας την να πέφτει μεσα στη θαλασσα.
Βροχή
Φθινοπωρινή και ας είναι ακομη τοσο νωρις. Τόσο νωρίς για πάθη και τοσο αργα για λαθη.
Βροχή
Παντοτινη τόσο όσο μια αγαπη χωρις μελλον που όμως κραταει για παντα. Αλήθεια τι σημαίνει για πάντα? Για όσο ζεις? Για όσο μπορείς?? Ή μήπως για οσο για όσο αντεχεις?
Βροχή
Μελαγχολική τόσο οσο, ώστε κοιτωντας την, να μπορεις να θυμασαι αυτην, την μυρωδιά της και την δύναμη της πάνω σου και μεσα σου. Τόσο ώστε να μπορεις να θυμασαι στιγμες, λόγια, βλέμματα. Τόσο ώστε να μπορεις να κλεισεις τα ματια και να την βλέπεις, να την μυριζεις, σχεδόν…να την αγγιζεις.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 5
άδεια..
αντανακλούν.
αυτο ξερουν καλα να κανουν.
αντανακλουν.
εξω τους, τα χρωματα.
τις εικονες, τα προσωπα που τα κοιταζουν,
χαμογελουν αν τους χαμογελουν και λυπουνται αν τα κοιταζουν λυπημενα.
δε μιμούνται, αντανακλουν.
παραμορφωνουν και συνοθλεύουν και την αλήθεια μόνο αντανακλούν.
ετσι ξερουν να κανουν.
εξω τους τα χρωματα και μεσα τους τις βοές του κοσμου.
ειτε θα ακουσεις αν στησεις το αυτι σου να γελανε αν απο γελια περικλειονται,
ειτε να σιωπουν αν στεναχωριες συνοδευουν.
ισως ακουσεις την ευτυχια -ειναι πολλοι που δε γνωριζουν πως η ευτυχια εχει τον δικο της ηχο- αν τυχει να τα συναντησεις να κοιτουν μαζι με τους ερωτευμενους τον οριζοντα ή τα αστερια ή το φεγγαρι ενιοτε, οταν κι αυτο με τη σειρα του καποιες νυχτες κατεβαινει πιο κοντα στη γη για να γεμισει οχι φως, αγαπη..
ενα μεγαλο ποτηρι κι αυτο, το φεγγαρι.. κρυσταλλινο. χρυσο. καθρέφτινο. που αντανακλα τα βάθη των ψυχων μας.
ομως εγω μιλουσα για τα άλλα, τα μικρα, τα ασημαντα ποτηρια, τα ευαισθητα, που θα ραγίσουν αν πονεσεις, που θα ριγήσουν αν χαιδεψεις με τα ακροδαχτυλα το χειλος τους.
γι'αυτά τα ποτήρια μιλαω.
που δεν το ξερεις πως αισθανονται.
που δεν το ξερεις πως πονουν και οτι κλαινε.
που τα'χεις δει μα δεν τα εχεις προσεξει να χαμογελουν, οταν δύο μαζι, αιωνιες κουβεντες κρυφακουνε.
που δεν φανταζεσαι οτι μπορει αδεια να δειχνουν, μα ξεχειλιζουν απο ελπιδα..
τοση που δυσκολα στις χουφτες του θα μπορουσε να συγκρατησει και ο πιο προσεκτικος ανθρωπος, με τα πιο μεγαλα χερια, χωρις να σταξει μια σταλια, χωρις να προδοθει.
κι ομως, αυτα μπορουν να ελπιζουν οπως κανεις μας δεν μπορει.
να ελπιζουν πως θα γεμισουν το μοναδικο κρασι, που δίπλα τους αμίλητο προσμένει κι ας το πειραζει λιγο που το βαλανε σε λαθος μπουκαλακι, και με περισσια ευτυχια θα το προσφερουν στα χειλη να γευτουν.
οχι στα χειλη, σε εκεινα τα χειλη, σε εκεινα και μονο.
κι αν το κρασι δεν τα γεμισει, μενει η ελπιδα μεσα τους.
και αν τα χειλη μεινουνε κλειστα, μενει η χαρα της προσμονης.
και τιποτε αλλο.
και τοτε νομιζεις πως καποιος άδεια τα παρατησε πανω σε καποιο ξυλινο παγκακι,
άλλα χειλη για να ευχαριστησουν, άλλα χαμογελα να καθρεφτισουν και για να κρυφακούσουν άλλες σιωπες.
ετσι νομιζεις.
οτι σε οποιο ραφάκι και να τα'στειλε η τυχη να βραδιαζονται αποψε, ειναι δυο αδεια κοινά ποτηρια,
κι οχι εκεινα τα ποτήρια, εκεινης της νύχτας, που τοσο γεματα απο ελπίδα δωσαν και στο φεγγάρι ακόμη για να λάμψει περισσότερο, κι ομως τους εμεινε μεσα τους όση δε θα μπορεσει ποτέ κανείς να φανταστει.
κι εχουνε ζησει σε μια νυχτα, οσα οι ανθρωποι χιλιαδες λαχταρουν.
κι ας άδεια δειχνουν..
και κοινά..
αυτο ξερουν καλα να κανουν.
αντανακλουν.
εξω τους, τα χρωματα.
τις εικονες, τα προσωπα που τα κοιταζουν,
χαμογελουν αν τους χαμογελουν και λυπουνται αν τα κοιταζουν λυπημενα.
δε μιμούνται, αντανακλουν.
παραμορφωνουν και συνοθλεύουν και την αλήθεια μόνο αντανακλούν.
ετσι ξερουν να κανουν.
εξω τους τα χρωματα και μεσα τους τις βοές του κοσμου.
ειτε θα ακουσεις αν στησεις το αυτι σου να γελανε αν απο γελια περικλειονται,
ειτε να σιωπουν αν στεναχωριες συνοδευουν.
ισως ακουσεις την ευτυχια -ειναι πολλοι που δε γνωριζουν πως η ευτυχια εχει τον δικο της ηχο- αν τυχει να τα συναντησεις να κοιτουν μαζι με τους ερωτευμενους τον οριζοντα ή τα αστερια ή το φεγγαρι ενιοτε, οταν κι αυτο με τη σειρα του καποιες νυχτες κατεβαινει πιο κοντα στη γη για να γεμισει οχι φως, αγαπη..
ενα μεγαλο ποτηρι κι αυτο, το φεγγαρι.. κρυσταλλινο. χρυσο. καθρέφτινο. που αντανακλα τα βάθη των ψυχων μας.
ομως εγω μιλουσα για τα άλλα, τα μικρα, τα ασημαντα ποτηρια, τα ευαισθητα, που θα ραγίσουν αν πονεσεις, που θα ριγήσουν αν χαιδεψεις με τα ακροδαχτυλα το χειλος τους.
γι'αυτά τα ποτήρια μιλαω.
που δεν το ξερεις πως αισθανονται.
που δεν το ξερεις πως πονουν και οτι κλαινε.
που τα'χεις δει μα δεν τα εχεις προσεξει να χαμογελουν, οταν δύο μαζι, αιωνιες κουβεντες κρυφακουνε.
που δεν φανταζεσαι οτι μπορει αδεια να δειχνουν, μα ξεχειλιζουν απο ελπιδα..
τοση που δυσκολα στις χουφτες του θα μπορουσε να συγκρατησει και ο πιο προσεκτικος ανθρωπος, με τα πιο μεγαλα χερια, χωρις να σταξει μια σταλια, χωρις να προδοθει.
κι ομως, αυτα μπορουν να ελπιζουν οπως κανεις μας δεν μπορει.
να ελπιζουν πως θα γεμισουν το μοναδικο κρασι, που δίπλα τους αμίλητο προσμένει κι ας το πειραζει λιγο που το βαλανε σε λαθος μπουκαλακι, και με περισσια ευτυχια θα το προσφερουν στα χειλη να γευτουν.
οχι στα χειλη, σε εκεινα τα χειλη, σε εκεινα και μονο.
κι αν το κρασι δεν τα γεμισει, μενει η ελπιδα μεσα τους.
και αν τα χειλη μεινουνε κλειστα, μενει η χαρα της προσμονης.
και τιποτε αλλο.
και τοτε νομιζεις πως καποιος άδεια τα παρατησε πανω σε καποιο ξυλινο παγκακι,
άλλα χειλη για να ευχαριστησουν, άλλα χαμογελα να καθρεφτισουν και για να κρυφακούσουν άλλες σιωπες.
ετσι νομιζεις.
οτι σε οποιο ραφάκι και να τα'στειλε η τυχη να βραδιαζονται αποψε, ειναι δυο αδεια κοινά ποτηρια,
κι οχι εκεινα τα ποτήρια, εκεινης της νύχτας, που τοσο γεματα απο ελπίδα δωσαν και στο φεγγάρι ακόμη για να λάμψει περισσότερο, κι ομως τους εμεινε μεσα τους όση δε θα μπορεσει ποτέ κανείς να φανταστει.
κι εχουνε ζησει σε μια νυχτα, οσα οι ανθρωποι χιλιαδες λαχταρουν.
κι ας άδεια δειχνουν..
και κοινά..