Τρίτη, Μαΐου 12
κόντρα.
Στέκομαι και σε κοιτάζω.
Έχεις σταθεί, κοιτάζοντας.
γυρνας αργά, κόντρα στη ροή του πλήθους που άκαρδα
σε σκουντάει, σαν ποτάμι να περάσει απο πάνω σου,
να σε φθείρει,
να σε πάρει μαζί του,
λάφυρο στη μάχη της ροής, να σε περιέχει και να περιέχεται..
Κοιτάζεις κι αντιστέκεσαι, γενετήσια δύναμη. Αρπροσδιόριστη.
Αν άκουγες το όνομα σου, θα έψαχνες ποιός το φώναξε.
Αν έβλεπες ένα γνωστό πρόσωπο, θα έψαχνες ποιό κομμάτι σου είναι.
Ποιό κομμάτι σου λείπει και περπατάει μπροστά σου.
Αν κάποιος σου έπιανε το χέρι, θα ήταν εκεί τωρα να σου πει το γιατί.
Αν μύριζες ένα άρωμα, κάποιος θα το φορούσε δίπλα σου.
Κάποιος με πρόσωπο.
Με παρελθόν.
Τώρα στέκεσαι και κοιτάζεις μη βλέποντας.
Να δεις τί;
Κόντρα στο πλήθος από ένστικτο.
Που σε χτυπάει, σε βρίζει μεσ'απ τα δόντια του,
ελίσσεται για να σε αποφύγει, όχι όσο χρειάζεται όμως,
στέκομαι και κοιτάζω το μακρόστενο όμικρον που έχει γίνει γύρω σου,
και που προχωράει με τη ροή.
Κι εσύ στη μέση.
Δάκρυ στο τεράστιο μάτι του κόσμου.
Το πλήθος σιγά σιγά σε παρασύρει.
Αφομοιώνεσαι.
Δε βλεπεις. Δεν ακούς και δε μιλας.
Είναι το ποτάμι να τα κάνει όλα αυτά για σένα.
Εσύ μόνο να περιέχεις και να περιέχεσαι.
Λίγο πιο σφιχτά από πριν,
τιμωρία,
που έτσι ξαφνικά πριν λίγο κατάλαβες πως νιώθεις
και σταθηκες σαστισμένη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου