Δευτέρα, Μαΐου 18

Ο γελωτοποιός που έφερε τη βροχή.


εχω δει όλα αυτα τα παραμυθια..

την ωραία κοιμωμένη,
την λαίδη και τον αλήτη,
την πεντάμορφη και το τέρας,
την σταχτοπούτα..

ειναι ολα ωραια παραμυθια..

οχι ομως σαν εκεινο το παραμυθι που μου ειπε μια νεραϊδα, κατω απο το φως του φεγγαριου μια νυχτα μαγικη.

και ναι, ήρθε η ώρα να σου το πω.

Mια φορα κι εναν καιρο, ηταν ενα κοριτσι.. ενα γελαστό κοριτσι με όμορφα μάτια.

Το λέγανε Εριφύλλη.

όλοι την αγαπούσαν, όλοι τη θαυμαζαν για την εξυπνάδα της και την ομορφιά της, κι αυτή πάντα γελαστή, τους αγαπούσε όλους.

Της άρεσε να μαζευει λουλούδια ακουγοντας τα πουλιά να κελαηδουν την άνοιξη,

λατρευε να καθεται στην ακροθαλλασιά και να κοιτάζει το φεγγάρι τα καλοκαιρινά βράδια,

τρελαινόταν οταν έριχνε ο ουρανός χιόνι και γελούσε σαν παιδί παίζοντας με τις νυφάδες που έπεφταν.

Μα πιό πολύ, της άρεσε να βρέχει.

Μόνο τοτε δε γελουσε.

Μόνο τότε κρυβόταν απο όλους και μπερδευε τις σταγόνες με τα δακρυα καμια φορα,

άλλες φορες παλι μελαγχολουσε ή νοσταλγούσε πραγματα που δεν ειχε ζησει καν.

Τα χρόνια περνούσαν και η Εριφύλλη μεγάλωνε και γινόταν ολοένα και πιο ομορφη.

Κάθε χρόνο, άλλαζε. Το ενιωθε. Λες κι εχανε σιγα σιγα την όρασή της,

τα χρωματα του δειλινού λιγο-λιγο χανονταν, τα φωτεινά λουλουδια στους αγρους γινονταν ολοενα και πιο θαμπα,

η θαλασσα απο βαθιά γαλαζια, σπινθιριζουσα και γαλαζοπράσινη στα ρηχά, γινοταν απλά μπλε..

καθε χρόνο λιγόστευαν οι φορές που μαζευε λουλουδια απο τα λιβάδια,

που τραγουδουσε περπατωντας στην ακτή,

που βυθιζόταν στις πανσέληνους του αυγούστου.

Μα κάθε φορά που έβρεχε, δε σταματουσε να μελαγχολεί, να δακρύζει, να επιθυμεί, να θυμαται, να νοσταλγεί πραγματα που ουτε καν είχε ζήσει και να προσμένει, ακουγοντας προσεκτικά τον ηχο της βροχης για ψιθυριστες υποσχέσεις..

Κάθε φορα...

Έτσι το χαμογελο της λιγόστευε χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα, βροχή με τη βροχή.

και κανείς δεν το καταλάβαινε.

Ωσπου ενα πριγκιπόπουλο την ειδε μια μερα βροχερή να κοιτάζει τις σταγόνες υπνωτισμένη, κι ενα δάκρυ να κυλάει στο απαλό προσωπό της..

Το πριγκιπόπουλο την ερωτεύτηκε μεμιας, κι ορκιστηκε μεσα του να κανει την όμορφη Εριφύλλη γελαστή ξανα, και να διώξει τις βροχές απ'τη ζωή της.

Την πήρε στο παλάτι του και παντρευτήκανε. Η Εριφύλλη ηταν πολύ χαρουμενη, πάλι, όπως όταν ηταν παιδί. Στο βασίλειο όλοι την αγαπούσαν και τη θαύμαζαν, κι έλαμπε ολόκληρη απο χαρά.

Ομως κάθε φορά που έβρεχε, τα παράθυρα στο βασίλειο κλείναν, όλα! Εντολή του πρίγκιπα!

στα δωμάτια του παλατιού ακουγόταν χαρούμενη μουσική και οι γελωτοποιοί μαζί με τους μουσικούς κάναν τέτοιο σαματά που ήταν αδύνατον να ακουστεί ο ηχος της βροχης, όσο δυνατη κι αν ηταν..

Στην αρχή ο πρίγκηπας ήταν μαζί της καθε φορά που έβρεχε, και την πρόσεχε και την φρόντιζε με τόση προσοχή, θυμούμενος τον όρκο του, οτι θα πάρει απο τη ζωή της τις βροχές...

πόσο την αγαπούσε αληθεια..

αφού παντρευτήκανε όμως και έγινε βασιλιάς, όλο και λιγότερες φορες ηταν μαζί της και πολύ συχνα ηταν τοσο βυθισμενος στα συμβούλια και τις ακροάσεις, που ουτε καν παρατηρούσε οτι αρχισε να βρεχει....

Οι κλόουν και οι μουσικοί κάποιες φορές χωρις την επίβλεψη του βασιλιά, βαριοντουσαν και δεν κάνανε πολύ σαματα.. και η βροχή αν ήταν δυνατή ακουγόταν όπως έπεφτε στις πέτρινες αυλές του βασιλείου και στα κλειστά παράθυρα..

ο ήχος της, διαπερνούσε τις μονότονες φωνές των γελωτοποιών και τους αδύναμους ήχους της κιθάρας, και έφερνε ίσα με τ'αυτιά της αχνές, ξεχασμένες υποσχέσεις για πράγματα που δεν έζησε..

Ωσπου καποιο δειλινό, μετά απο πολλά χρόνια, οι γελωτοποιοι και οι μουσικοί δεν ηταν εκεί διπλα της όταν άρχισε να βρέχει ξαφνικά καθως έπεφτε το σκοτάδι, κι ούτε κανεις έτρεξε οπως πάντα να κλείσει τα παραθυρόφυλλα μουσκεύοντας ως το κόκκαλο απο την ξαφνική μπόρα..

Η βροχή ηταν εκεί..

Η Εριφύλλη στεκόταν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.

Ο ήχος της βροχής τρυπούσε το κορμί της, τα όνειρά της.

Οι σταγόνες δρόσιζαν το πρόσωπό της καθως έπεφταν και έσκαγαν πανω στους τοίχους και το πρεβάζι του παραθυρου..

Δεν ηταν αυτό ομως που ένιωθε να κυλάει στο μάγουλό της, δεν ήταν οι δροσερές σταγόνες της βροχής. Στο μάγουλό της κυλούσε ύστερα απο πολύ καιρό, ένα ζεστό δάκρυ..

Συγκίνησης..

Η κοπέλα βγήκε στο στενό μπαλκόνι του δωματίου της με μια λαχτάρα να την οδηγεί, και αφέθηκε να κυριεύεται απο τη βροχή, έγινε ένα με τον ήχο της, το σώμα της γινόταν όργανο για τις σταγόνες και οι υποσχέσεις πια δεν εφταναν ως τα αυτιά της, έμπαιναν κατευθείαν στην ψυχή της.

Και τότε η Εριφύλη χαμογέλασε.. ανοιξε ελαφρώς τα χέρια της, σηκωσε το πρόσωπο στον ουρανό κλείνοντας τα μάτια και χαμογέλασε παραδομένη..

όπως τότε που ήταν παιδί, μόνο πιο γεμάτα, πιο ολοκληρωμένα, πιο σίγουρα, σαν να ηταν όλο το κορμι της ενα τεράστιο χαμόγελο ευγνωμοσύνης για την βροχή αυτή, τον κρυφό εραστή της που την έκανε για πρωτη φορά να νιωσει πως είναι δική του..

Απο εκείνη τη νυχτα η Εριφύλλη χαμογελούσε μόνο οταν ακουγε τον ήχο της βροχης να τραγουδάει γι'αυτην.. όταν έβρεχε νύχτα, εβγαινε στο μπαλκόνι της κι αφηνόταν στην υγρή αγκαλιά της βροχής, και το κορμί της γινόταν ένα με τον ρυθμό της.

Και μετα όταν πια η μπόρα ειχε περασει, ..τι ευτυχισμενη ωρα..

Η μυρωδιά της να ειναι το μονο που μπορει να διακοψει την γαληνη στο μυαλό της, και η αισθηση να κραταει για λιγο ακομη το χαμογελο στο προσωπο της, μεχρι να κοιμηθει..

και στα όνειρά της, να πλανιουνται πάντα οι υποσχέσεις για πραγματα που δεν εχει ζησει ακόμη, θολές και αόριστες..

Μιά ηλιόλουστη μερα, ενας ξένος ήρθε στην πόλη τραγουδώντας ενα άγνωστο τραγούδι.

Δεν κρατουσε πραγματα στα χέρια του εκτος απο μια κιθάρα κι ενα δισάκι.

πέρασε απο την πλατεία, πέρασε απο την αγορά, πέρασε και μπροστά απο το παράθυρο του δωματιου της Εριφύλλης τραγουδώντας άλλο ενα παράξενο τραγουδι.

Ήταν ενας γελωτοποιός, κιθαρωδός, που ο δρόμος τον είχε φέρει στο παλάτι, καθως χάθηκε ψαχνοντας μια μακρινή πόλη.

Οι αυλικοί τον άκουγαν καχύποπτοι, δεν τον ειχαν ξαναδεί και ούτε ηξεραν κανένα απο τα τραγούδια που σιγοτραγουδούσε.

Θα ήταν απο μέρη μακρινά.

Τα παράξενα τραγούδια του τους έκαναν να τον κοιτούν περίεργα.

Την ηλιόλουστη εκείνη ημερα, η Εριφύλλη ηταν μελαγχολική, είχε καιρό να χαμογελάσει.

Τα χρώματα της όμορφα λαμπερής χειμωνιάτικης μέρας δεν μπορουσε πια να τα δει.

Τα όμορφα μάτια της αναγνώριζαν μόνο το γκρίζο τοπίο, θαμπό, όπως φαινεται όταν κατακλύζεται απο τις άπειρες σταγόνες της βροχης που πεφτουν, σκοτεινιασμένο απο τα χαμηλά σύννεφα.

όλα τα υπόλοιπα ηταν γι'αυτην πια ασπρόμαυρα, όμορφα μεν, αλλά μελαγχολικά.

Ήταν τυφλή για τη ζωή, για τη ζωή της.

Ο βασιλιάς της πνιγμένος στις υποχρεώσεις του, ισα που θυμοταν πια εκεινη την μέρα που την ερωτεύτηκε.

Κι αυτή η ίδια, ειχε σχεδον ξεχάσει πως ειναι να γελάς μαζεύοντας πολύχρωμα λουλουδια.

Καποια στιγμη ακουσε κατι παραξενο, ακουσε καποιον να τραγουδαει ενα τραγουδι που δεν ειχε ξανακουσει. Μία μελωδία ψιθυρισμένη απο μια άγνωστη ξένη φωνή. ενα όμορφο τραγουδι, που έμπαινε μεσα της με τον τρόπο που τη διαπερνούσε ο ήχος της βροχής. μόνο καπως πιο .. παράξενα.

Γοητευμένη απο τον άγνωστο κι απρόσμενο γητευτή της ψυχής της, πλησιασε στο παραθυρο για να δει ποιος ηταν.

Τη μορφή αυτή δεν την ειχε δει ποτέ της. Ηταν ενας ξένος, ταυτόχρονα ομως, το προσωπο του ηταν τοσο οικειο..Κοιτάζοντας τον ανθρωπο αυτόν, αναπόλησε ατελείωτες όμορφες στιγμές, ρομαντικές, στιγμές αγάπης, αλήθειας και έρωτα, στιγμες που δεν εχει ζήσει καν..

Εμεινε να κοιταζει μαρμαρωμένη, ανίκανη να κουνήσει εστω και τα χείλη της για να προφερει το μονο που θα μπορούσε, ενα επιφωνημα απιστευτης έκπληξης..

Τίποτα.

Εμεινε να κοιτάζει τον ξένο να απομακρύνεται, τα πράγματα γύρω του να αποκτούν ζωηρά και παιχνιδιάρικα χρώματα, λουσμένα απο τον χειμωνιάτικο γενναιόδωρο ήλιο του μεσημεριού και μετα να ξαναγίνονται ασπρόμαυρα καθως η αύρα του ξένου τα αφηνε γυμνά οπως τα βρηκε..

Εμεινε να ακουει το τραγούδι του, να της σπάει ενα ενα τα όνειρα που έκανε τοσα χρόνια, όνειρα γεματα αναμνησεις απο πραγματα που δεν εζησε καν. να θρυμματίζει κομμάτι κομμάτι όλη τη νοσταλγία που ειχε χτίσει γύρω της, σα μια κρυστάλλινη φυλακή απο τον κόσμο.

Εμεινε να παρακολουθεί τα χείλη της να παιρνουν όσο πιο αργα και βασανιστικά γινεται, ενα σχημα που έμοιαζε γιαυτην αδύνατο πια, κατω απο τον λαμπερό ηλιο.

Εμεινε να χαμογελάει ανημπορη να καταλάβει το παραμικρό απο αυτο που της συνέβαινε.

Παγωμένη και ακίνητη, μεχρι που ο ξένος και η συνοδεία των χρωμάτων και της μελωδίας χάθηκαν σε καποια γωνία της αγοράς..

Εκεινο το βράδυ έβρεξε.

Δυνατά, άγρια, απότομα.

Κανείς δεν το περιμενε.

Κανείς δεν ειχε δει καποιο σημαδι, οτι η χειμωνιατικη εκείνη μέρα, που εφερε εναν παράξενο ξένο στην πολη, θα έφερνε μια ξαφνική μπόρα σαν εφευγε.

Εκείνο το βράδυ έβρεξε και η γλυκιά Εριφύλλη χαμογέλασε μουσκεμένη απο τον ξαφνικό ερωτά της, την απρόσμενη μπόρα.

Και καπου μεσα στη νύχτα, ειδε τη γνώριμη φιγούρα του ξένου να στεκεται κατω απο το μπαλκόνι της και να την κοιτάζει χαμογελωντας..

Πως δε λένε, ποιός εισαι, τον ρωτησε με τα καστανοπράσινα όμορφά της μάτια, για να παρει την απάντηση οπως δεν την ειχε φανταστει ποτέ.

"Με λένε Τιμόλαο, Κώνσταντίνο, Πέτρο, Μιχάλη, Δημήτρη, Γρηγόρη.. Με λένε με όλα τα ονόματα, μα για σένα με λένε μόνο με ένα, όπως για κανένα αλλο.

Για σένα με λένε Αγγελο.

Κι έτσι ειμαι.

Να χαμογελάς πάντα, γιατι πάντα θα σε κοιτάζω όταν χαμογελας."

ειπε, και μια αισθηση την έκανε να τιναχτεί καθως αυτό δεν ήταν η βροχή που κυλούσε απαλά στο πρόσωπο της και τα χείλη της.

Αυτό εμοιαζε να ειναι ενα φιλί, το πιο γλυκό φιλί της ζωής της.

...

Εκεινο το βραδυ, η Εριφύλλη ονειρευτηκε πράγματα που δεν ειχε ζήσει καν, ομως τόσο ζωντανα σαν να τα ζούσε εκεινη τη στιγμή.

Και το επόμενο πρωί, όλα ηταν πολύχρωμα. Κι αυτή χαμογελούσε και παλι..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου